Το ταμείο του κράτους γεμίζει, αλλά ο λογαριασμός για τους φορολογούμενους μεγαλώνει. Τα φορολογικά έσοδα σπάνε τους στόχους του προϋπολογισμού, καταγράφοντας υπέρβαση 1,1 δισ. ευρώ, ενώ μόνο τον Ιούλιο το Δημόσιο εισέπραξε επιπλέον 528 εκατ. ευρώ. Πίσω από τα εντυπωσιακά νούμερα βρίσκονται η ακρίβεια, οι υψηλότερες τιμές σε τουρισμό και υπηρεσίες, αλλά και η μαζική εφάπαξ πληρωμή του φόρου εισοδήματος. Με τις φετινές χρεωστικές φορολογικές δηλώσεις να ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ, το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα περισσότερα βάζει στα ταμεία το κράτος, αλλά πόσο από αυτόν τον επιπλέον φόρο είναι αποτέλεσμα ανάπτυξης και πόσο αποτέλεσμα της ακρίβειας που πληρώνουν οι πολίτες.
Συγκεκριμένα, τα έσοδα από φόρους ανήλθαν σε 42,916 δισ. ευρώ στο επτάμηνο του έτους. Στο ποσό περιλαμβάνονται τα 306 εκατ. ευρώ από τη Σύμβαση Παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, καθώς και 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση του τιμήματος για την παραχώρηση της άδειας λειτουργίας επιχείρησης καζίνο στο Ελληνικό, η οποία είχε προγραμματιστεί να εισπραχθεί στο τέλος του 2025.
Αν εξαιρεθούν αυτές οι δύο έκτακτες εισπράξεις, τα φορολογικά έσοδα διαμορφώνονται στα 42,475 δισ. ευρώ, καταγράφοντας υπέρβαση 1,112 δισ. ευρώ ή 2,7% έναντι του στόχου. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη τον Ιούλιο. Μόνο μέσα σε έναν μήνα το Δημόσιο εισέπραξε 9,092 δισ. ευρώ από φόρους, ποσό αυξημένο κατά 528 εκατ. ευρώ ή 6,2% σε σχέση με τον στόχο.
Πίσω από την αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν βρίσκεται ένας μόνο παράγοντας. Η άνοδος των τιμών, ιδίως σε μια οικονομία όπου ο τζίρος σε πολλούς κλάδους κινείται σε υψηλότερα ονομαστικά επίπεδα, αυξάνει και τη φορολογική βάση. Το ίδιο συμβαίνει και στον τουρισμό, όπου οι υψηλότερες τιμές σε διαμονή, εστίαση και υπηρεσίες μεταφράζονται σε μεγαλύτερες ονομαστικές εισπράξεις και, κατ’ επέκταση, σε υψηλότερες φορολογικές εισπράξεις.
Με άλλα λόγια, ένα μέρος των υπερεσόδων του προϋπολογισμού αποτελεί αντανάκλαση της ίδιας της ακρίβειας. Όσο αυξάνεται η τελική τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, αυξάνεται και ο φόρος που ενσωματώνεται στην τιμή του (ΦΠΑ) . Το Δημόσιο, επομένως, εισπράττει περισσότερα χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Σημαντικό ρόλο στην εικόνα των εσόδων παίζει και η επιλογή μεγάλου αριθμού φορολογουμένων να εξοφλήσει εφάπαξ τον φόρο εισοδήματος, αξιοποιώντας την έκπτωση που προβλέπεται για την έγκαιρη υποβολή της φορολογικής δήλωσης.
Σημειώνεται ότι τον προηγούμενο χρόνο πάνω από 1,4 εκατομμύρια φορολογούμενοι είχαν επιλέξει να πληρώσουν εφάπαξ τον φόρο τους. Πρόκειται ουσιαστικά για περίπου τέσσερις στους δέκα φορολογούμενους που κλήθηκαν να πληρώσουν επιπλέον φόρο. Το ποσό που είχαν πληρώσει εφάπαξ είχε φθάσει τα 2,17 δισ. ευρώ, όταν το συνολικό ύψος των χρεωστικών εκκαθαριστικών ήταν περίπου στα 5 δισ. ευρώ.
Η έκπτωση λειτούργησε λοιπόν ως ισχυρό κίνητρο για την άμεση εξόφληση. Σύμφωνα με το νόμο αν η φορολογική δήλωση υποβλήθηκε έως τις 15 Μαΐου, η έκπτωση έφτανε το 4%, για υποβολή από 16 Μαΐου έως 15 Ιουνίου ήταν 3%, ενώ για υποβολή από 16 Ιουνίου έως 15 Ιουλίου διαμορφωνόταν στο 2%.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη σημασία έχει και το ύψος των φόρων που βεβαιώθηκαν από τις φετινές φορολογικές δηλώσεις. Οι χρεωστικές βεβαιώσεις ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ, συνιστώντας νέο υψηλό επίπεδο και δημιουργώντας μια σημαντική βάση εσόδων για τον προϋπολογισμό.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αυξημένη φορολογική απόδοση δεν περιορίζεται μόνο σε έκτακτες εισπράξεις ή σε συγκυριακούς παράγοντες. Υπάρχει μια ευρύτερη δυναμική αύξησης των φορολογικών εσόδων, η οποία συνδέεται με την ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας, την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά και το αυξημένο κόστος που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.
Τα υπερέσοδα δημιουργούν αναμφίβολα δημοσιονομικό χώρο για την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργούν και ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα. Πόσο από αυτόν τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία;
Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί τα αυξημένα έσοδα ως ένδειξη ανθεκτικότητας της οικονομίας, ισχυρής τουριστικής δραστηριότητας και αποτελεσματικότερης είσπραξης των φόρων. Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση έχει εύκολα το επιχείρημα ότι σημαντικό μέρος της υπέρβασης προέρχεται από την ακρίβεια και από έναν υψηλότερο φορολογικό λογαριασμό που καλούνται να σηκώσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το πολιτικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα περισσότερα εισπράττει το κράτος, αλλά από πού προέρχονται αυτά τα επιπλέον έσοδα και πώς αξιοποιούνται. Αν ένα σημαντικό κομμάτι της υπέρβασης προέρχεται από την αύξηση των τιμών, τότε η επιστροφή μέρους αυτού του δημοσιονομικού οφέλους στους πολίτες, είτε μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων είτε μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων, αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Τις επόμενες μέρες, συνεπώς, η συζήτηση αναμένεται να μετατοπιστεί από το «πόσα περισσότερα εισπράττει το Δημόσιο» στο «ποιος πληρώνει τα περισσότερα και ποιος τελικά ωφελείται από τα υπερέσοδα». Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο πολιτικό στοιχείο πίσω από τα εντυπωσιακά νούμερα του προϋπολογισμού.
Powergame.gr
