Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Διχάζουν τα «κουπόνια σίτισης» αντί αυξήσεων


Επιστρέφει από 1/1/2027 ο φορολογικός πληθωρισμός, καθώς δεν προγραμματίζονται νέες αλλαγές στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι o ρυθμός μεταβολής του φόρου θα είναι μεγαλύτερος από το όποιο ποσοστό αύξησης του μισθού, με αποτέλεσμα να ψαλιδίζονται τα καθαρά. Οι κοινωνικοί εταίροι έθεσαν στο τραπέζι του διαλόγου –και ενόψει ΔΕΘ– την πρόταση να αυξηθούν τα περιθώρια για χορήγηση κουπονιών σίτισης, ώστε να δημιουργηθούν περιθώρια πραγματικής ενίσχυσης του εισοδήματος. Ομως, από την κυβέρνηση εγείρονται σοβαρές αντιρρήσεις επί της πρότασης, με το επιχείρημα ότι το ζητούμενο είναι να δοθούν πραγματικές αυξήσεις.

Το βασικό ζητούμενο λόγω του πολύ υψηλού πληθωρισμού και της ακρίβειας είναι η αύξηση του καθαρού εισοδήματος. Αυτό όμως συνεπάγεται κόστος τόσο για το Δημόσιο όσο και για τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η συζήτηση για το ποιος θα το αναλάβει ενόψει και της νέας –δύσκολης όπως διαφαίνεται–χρονιάς. Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, γνωρίζουν ότι οι όποιες αυξήσεις δοθούν στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων θα επιβαρυνθούν με τις ασφαλιστικές εισφορές. Αντιθέτως, οι παροχές μέσω κουπονιών δεν έχουν πρόσθετο κόστος, οπότε το κόστος για την επιχείρηση είναι το ίδιο με το όφελος του εργαζομένου. Για το Δημόσιο πάλι, αυξήσεις μέσω κουπονιών σημαίνουν απώλεια εσόδων σε περίπτωση που αυτά δοθούν ως υποκατάστατο αύξησης. Και αυτό διότι χάνονται και η παρακράτηση φόρου και οι ασφαλιστικές εισφορές. Επίσης, δημιουργείται πρόσθετη δημοσιονομική πίεση για αύξηση της αξίας των κουπονιών και στους δεκάδες χιλιάδες απασχολουμένους του ευρύτερου δημοσίου τομέα που ήδη τα λαμβάνουν.

O μέσος μεικτός μισθός στην ελληνική αγορά για τους απασχολουμένους πλήρους απασχόλησης έχει διαμορφωθεί πλέον κοντά στα 1.500 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι δικαιούχοι του εισπράττουν από 1.165 ευρώ έως 1.299 ευρώ, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση και την ηλικία του κάθε απασχολουμένου. Αν υποτεθεί ότι ο εργοδότης συμφωνήσει να προχωρήσει σε μια αύξηση της τάξεως των 50 ευρώ στα μεικτά (αντιστοιχεί σε λίγο πάνω από το 3%, ώστε να υπερβαίνει έστω και οριακά την εκτίμηση για τον πληθωρισμό του 2027), τότε θα συμβούν τα εξής:

1. Ο μεικτός μισθός θα ανέλθει από τα 1.500 ευρώ στα 1.550 ευρώ.

2. Το εργοδοτικό κόστος θα διαμορφωθεί από τα 1.826,85 ευρώ σήμερα (το εργοδοτικό κόστος, εκτός από τον μεικτό μισθό, περιλαμβάνει και τις εργοδοτικές εισφορές) στα 1.883,87 ευρώ. Δηλαδή, για 50 ευρώ αύξηση στον μεικτό μισθό, ο εργοδότης πληρώνει 57,02 ευρώ τον μήνα. Η επιβάρυνση θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερη, αλλά από το νέο έτος έχει δρομολογηθεί η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,25% για τον εργοδότη (και άλλο τόσο για τον εργαζόμενο).

3. Οι καθαρές αποδοχές εξαρτώνται, όπως προαναφέρθηκε, από την οικογενειακή κατάσταση. Δηλαδή, ο εργαζόμενος με δύο παιδιά ηλικίας άνω των 30 ετών (πολύ δύσκολα νέοι κάτω των 30 ετών διασφαλίζουν μισθό 1.500 ευρώ μεικτά) θα δει τα καθαρά του να αυξάνονται από τα 1.213 στα 1.251 ευρώ, ενώ ο εργαζόμενος άνω των 30 ετών χωρίς παιδιά, από τα 1.165 ευρώ, θα φτάσει στα 1.201 ευρώ. Δηλαδή, από τα 50 ευρώ της μεικτής αύξησης και τα 60,89 ευρώ της αύξησης του εργοδοτικού κόστους, ο εργαζόμενος θα λάβει 36 με 38 ευρώ καθαρά στην τσέπη του.

Η φορολογική κλίμακα το 2027 δεν αναμένεται να αλλάξει, καθώς το υπουργείο Οικονομικών εξάντλησε τη διάθεση δημοσιονομικού χώρου προς αυτή την κατεύθυνση από τις αρχές του 2026 με τον σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση της οικογενειακής κλίμακας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θα επιστρέψει ο φορολογικός πληθωρισμός. Στο παράδειγμα που προαναφέρθηκε, η παρακράτηση φόρου θα διαμορφωθεί ως εξής:
1. Για τον εργαζόμενο με τα δύο παιδιά, από τα 86 ευρώ θα ανέλθει στα 95 ευρώ.
2. Για τον εργαζόμενο χωρίς παιδιά, από τα 134 ευρώ θ’ ανέβει στα 145 ευρώ.

Δηλαδή, η αύξηση του μισθού είναι 3,33% και του φόρου από 8,21% έως 10,47%. Γι’ αυτό και η καθαρή ποσοστιαία αύξηση στον μισθό πέφτει στο 3,1%, είναι χαμηλότερη από την αύξηση του μεικτού μισθού και πλησιάζει τη μεταβολή του πληθωρισμού.

Αύξηση 50 ευρώ για τον εργαζόμενο μέσω κουπονιών σημαίνει αύξηση του εργοδοτικού κόστους κατά 50 ευρώ και όχι κατά 57,02 ευρώ, αλλά και αύξηση των καθαρών αποδοχών του εργαζομένου επίσης κατά 50 ευρώ και όχι κατά 36 με 38 ευρώ, όπως συμβαίνει μέσα από την αναπροσαρμογή του ονομαστικού μισθού. Σημαίνει βεβαίως και αρνητική επίπτωση στη σύνταξη του εργαζομένου (καθώς ψαλιδίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές για τη σύνταξη), αλλά και μειωμένα έσοδα για το κράτος μέσα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.


moneyreview.gr