Το 2028 δεν φέρνει απλώς ακόμη μία αύξηση στον κατώτατο μισθό. Φέρνει μια συνολική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο θα καθορίζεται εφεξής το ύψος του.
Αντί η ετήσια αναπροσαρμογή να αποτελεί κάθε φορά προϊόν μιας κυβερνητικής απόφασης ύστερα από διαβούλευση, ο κατώτατος μισθός θα συνδέεται με έναν προκαθορισμένο μαθηματικό τύπο, ο οποίος θα «διαβάζει» δύο βασικά μεγέθη της οικονομίας: τον πληθωρισμό που αντιμετωπίζουν τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των μισθών.
Ο νέος μηχανισμός έχει ήδη θεσμοθετηθεί με τον ν. 5163/2024 και θα ενεργοποιηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2028. Μέχρι τότε μεσολαβεί ακόμη μία αύξηση, τον Απρίλιο του 2027, η οποία θα καθοριστεί με το σημερινό σύστημα. Η κυβερνητική εκτίμηση είναι ότι οι δύο επόμενες αναπροσαρμογές μπορούν να οδηγήσουν τον κατώτατο από τα σημερινά 920 ευρώ στα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, είναι ότι τα 1.000 ευρώ δεν αποτελούν το τέλος της διαδρομής. Από εκεί και πέρα, ο κατώτατος θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο με βάση τα στοιχεία που θα παράγει η ΕΛΣΤΑΤ.
Πώς θα «βγαίνει» η αύξηση
Η λογική του νέου συστήματος είναι σχετικά απλή, παρ’ ότι ο υπολογισμός θα γίνεται με συγκεκριμένους στατιστικούς δείκτες. Στο πρώτο σκέλος θα λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τα νοικοκυριά που βρίσκονται στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής. Με άλλα λόγια, δεν θα εξετάζεται μόνο ο γενικός πληθωρισμός, αλλά η αύξηση του κόστους ζωής για εκείνους που βρίσκονται χαμηλότερα στην εισοδηματική κλίμακα.
Στο δεύτερο σκέλος θα συνυπολογίζεται το ήμισυ της μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών.
Ο ετήσιος συντελεστής αναπροσαρμογής θα προκύπτει, επομένως, από τον πληθωρισμό του χαμηλότερου εισοδηματικά 20% + το 50% της μεταβολής της αγοραστικής δύναμης των μισθών.
Πρόκειται ουσιαστικά για έναν μηχανισμό που επιχειρεί να συνδέσει τον κατώτατο αφενός με το πραγματικό κόστος ζωής και αφετέρου με την εξέλιξη των μισθών και της οικονομίας.
Για τον υπολογισμό του πληθωρισμού θα εξετάζεται η μεταβολή σε δωδεκάμηνη βάση, από την 1η Ιουλίου του προηγούμενου έτους έως τις 30 Ιουνίου, ώστε πριν από κάθε νέα αναπροσαρμογή να υπάρχουν διαθέσιμα τα απαραίτητα στατιστικά δεδομένα.
Αυτό σημαίνει ότι από το 2028 το ενδιαφέρον κάθε καλοκαίρι θα μεταφέρεται στους δύο δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς αυτοί θα δίνουν σε μεγάλο βαθμό την πρώτη εικόνα για το ύψος της επόμενης αύξησης.
Πριν από τον «αυτόματο πιλότο» η αύξηση του 2027
Μέχρι να ενεργοποιηθεί ο νέος μηχανισμός μεσολαβεί η αναπροσαρμογή της 1ης Απριλίου 2027. Το οικονομικό επιτελείο χρησιμοποιεί ως βασικό σενάριο μια αύξηση περίπου 40 ευρώ, από τα 920 στα 960 ευρώ. Εφόσον στη συνέχεια ο μαθηματικός τύπος δώσει αντίστοιχη αύξηση από τον Ιανουάριο του 2028, ο κατώτατος θα φτάσει στα 1.000 ευρώ.
Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση πάνω στην οποία έχουν χτιστεί τα σημερινά παραδείγματα και όχι για ποσό που έχει ήδη «γράψει» ο αλγόριθμος. Το ακριβές αποτέλεσμα της πρώτης εφαρμογής του θα εξαρτηθεί από τα οικονομικά δεδομένα που θα έχουν διαμορφωθεί έως τότε. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο τα 1.000 ευρώ έως τον Ιανουάριο του 2028, από 920 ευρώ σήμερα.
Εάν ο στόχος επιβεβαιωθεί, η σωρευτική αύξηση από τα 650 ευρώ του 2021 θα φτάσει περίπου το 54%. Για εργαζόμενο με τρεις αναγνωρισμένες τριετίες, ο αντίστοιχος κατώτατος θα ανέλθει στα 1.300 ευρώ μεικτά.
Η δικλείδα: αύξηση ή «πάγωμα», όχι μείωση
Ο μαθηματικός τύπος δεν σημαίνει ότι ο κατώτατος θα μπορεί να κινηθεί και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Η νομοθεσία προβλέπει ρητά ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί. Εάν ο υπολογισμός ή οι οικονομικές συνθήκες οδηγούν σε αρνητικό αποτέλεσμα, το επίπεδο των αποδοχών παραμένει αμετάβλητο.
Παράλληλα υπάρχει ρήτρα παρέκκλισης για εξαιρετικές οικονομικές συνθήκες. Σε περίπτωση, για παράδειγμα, σημαντικής ύφεσης ή σοβαρής επιδείνωσης της αγοράς εργασίας, μπορεί να μην εφαρμοστεί αυτούσια η αύξηση που προκύπτει από τον τύπο. Η παρέκκλιση θα πρέπει να τεκμηριώνεται από την Επιστημονική Επιτροπή και να ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία διαβούλευσης. Ακόμη και τότε, όμως, δεν επιτρέπεται μείωση του κατώτατου.
Άρα, ο νέος μηχανισμός δεν καταργεί πλήρως τη θεσμική διαδικασία. Περιορίζει όμως αισθητά το περιθώριο πολιτικού καθορισμού της ετήσιας αύξησης, καθώς το βασικό ποσοστό θα προκύπτει από αντικειμενικούς δείκτες και θα αποτυπώνεται στη συνέχεια με την προβλεπόμενη υπουργική απόφαση.
Μικρότερες εισφορές από τον Απρίλιο του 2027
Η αύξηση του κατώτατου θα συνδυαστεί και με δεύτερη παρέμβαση στις καθαρές αποδοχές. Από την 1η Απριλίου 2027 οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα μειώνονται κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, αποκλειστικά από το σκέλος του εργαζομένου. Έτσι, η εισφορά των μισθωτών υποχωρεί από 13,37% σε 12,87%, ενώ η εργοδοτική παραμένει στο 21,79%. Το συνολικό ποσοστό εισφορών διαμορφώνεται στο 34,66%, από 40,56% το 2019.
Με βάση το σενάριο των δύο αυξήσεων κατά 40 ευρώ, ένας εργαζόμενος χωρίς τριετίες θα δει τον μεικτό κατώτατο από τα 920 ευρώ σήμερα στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και στα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.
Στα παραδείγματα του οικονομικού επιτελείου, οι καθαρές αποδοχές ενός νέου εργαζόμενου χωρίς τριετίες κινούνται από περίπου 797 ευρώ σήμερα, στα 836 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και στα 871 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.
flash.gr
