Σχεδόν στα 31 τους χρόνια εγκαταλείπουν κατά μέσο όρο οι νέοι στην Ελλάδα το πατρικό σπίτι, με τη χώρα να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης και να απέχει αισθητά από όσα συμβαίνουν στον βορρά της ηπείρου. Το χάσμα δεν αφορά μόνο την κουλτούρα ή τις οικογενειακές συνήθειες, αλλά συνδέεται και με την αγορά εργασίας, το κόστος στέγασης και τη δυνατότητα αγοράς κατοικίας.
Σύμφωνα με το Euronews, που αναλύει τα τελευταία στοιχεία της Eurostat και δεδομένα από το European Housing Trend Report της RE/MAX, ο μέσος Ευρωπαίος εγκαταλείπει το οικογενειακό σπίτι περίπου στα 26 έτη. Πίσω από τον μέσο όρο, ωστόσο, κρύβεται ένα χάσμα σχεδόν μιας δεκαετίας ανάμεσα στον ευρωπαϊκό βορρά και τον νότο.
Στην Ελλάδα, η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό διαμορφώνεται στα 30,9 έτη, δηλαδή σχεδόν πέντε χρόνια πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Μόνο η Κροατία καταγράφει υψηλότερη ηλικία, στα 31,5 έτη, ενώ η Ελλάδα μοιράζεται τη δεύτερη θέση με τη Σλοβακία. Ακολουθούν η Ισπανία και η Ιταλία, όπου οι νέοι φεύγουν κατά μέσο όρο στα 30,2 χρόνια.
Στον αντίποδα, στη Φινλανδία η ανεξαρτητοποίηση έρχεται ήδη από τα 21,3 έτη, στη Δανία στα 21,8, ενώ στην Εσθονία και τη Λιθουανία στα 22,7. Στη Σουηδία η αντίστοιχη ηλικία είναι 23,1 έτη και στην Ολλανδία 23,4.
Έτσι, ένας νέος στην Ελλάδα εγκαταλείπει κατά μέσο όρο το πατρικό του περίπου 9,6 χρόνια αργότερα από έναν νέο στη Φινλανδία.
Νέοι: Ο ρόλος της αγοράς εργασίας
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν τα στοιχεία για τη στέγαση συνδυαστούν με εκείνα για την απασχόληση των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό απασχόλησης αυτής της ηλικιακής ομάδας βρίσκεται στο 56,2%, έναντι 65,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για το τέταρτο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία, πίσω από την Ιταλία με 47,6%, τη Ρουμανία με 52% και τη Βουλγαρία με 52,7%.
Η Ισπανία, όπου επίσης η έξοδος από το πατρικό καθυστερεί, εμφανίζει ποσοστό απασχόλησης 58,2%, ενώ η Κροατία, η χώρα όπου οι νέοι μένουν περισσότερο με τους γονείς τους, βρίσκεται στο 60,8%.
Αντίθετα, στην Ολλανδία, όπου οι νέοι εγκαταλείπουν το οικογενειακό σπίτι στα 23,4 έτη, η απασχόληση στις ηλικίες 20-29 φτάνει το 84%, το υψηλότερο ποσοστό της σχετικής κατάταξης. Ακολουθούν η Μάλτα με 82,1% και η Γερμανία με 77%.
Τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν από μόνα τους σχέση αιτίας και αποτελέσματος, αναδεικνύουν όμως μια σαφή διαφοροποίηση: στις χώρες όπου η είσοδος των νέων στην αγορά εργασίας είναι ισχυρότερη, η αποχώρηση από το πατρικό τείνει να έρχεται νωρίτερα.
Από το πατρικό κατευθείαν στην ιδιοκτησία – Στην Ελλάδα οι γονείς παίζουν καθοριστικό ρόλο
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη ιδιαιτερότητα στον ευρωπαϊκό νότο. Όπως επισημαίνει το Euronews, πολλοί νέοι σε Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία επιχειρούν να περιορίσουν όσο γίνεται το διάστημα της ενοικίασης, έχοντας ως τελικό στόχο την απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας.
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Η χώρα βρίσκεται στη δεύτερη θέση της ΕΕ ως προς την ηλικία αποχώρησης από το πατρικό, την ώρα που η απασχόληση των νέων υπολείπεται κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παράλληλα, το 75% όσων αγοράζουν κατοικία έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής βοήθειας.
Στην Ισπανία, η μέση ηλικία εγκατάλειψης του πατρικού είναι 30,2 έτη, ενώ η είσοδος στην ιδιοκατοίκηση έρχεται σχεδόν αμέσως μετά, περίπου στα 31. Στην Ιταλία οι αντίστοιχες ηλικίες είναι 30,2 και 33 έτη. Στην Ελλάδα, αντίθετα, το χάσμα είναι μεγαλύτερο: οι νέοι φεύγουν από το οικογενειακό σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,9, αλλά αποκτούν δική τους κατοικία περίπου στα 35.
Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα μεσολαβούν περίπου τέσσερα χρόνια από την αποχώρηση από το πατρικό έως την αγορά κατοικίας, διάστημα αισθητά μεγαλύτερο σε σύγκριση με Ισπανία και Ιταλία.
Εδώ μπαίνει στην εξίσωση και ο «παράγοντας γονείς». Τα στοιχεία του European Housing Trend Report 2025 δείχνουν ότι η οικογενειακή βοήθεια αποτελεί βασικό στοιχείο της αγοράς κατοικίας στις χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης.
Στην Ελλάδα, μόλις το 25% δηλώνει ότι οι γονείς δεν βοήθησαν στην αγορά του σπιτιού. Με άλλα λόγια, περίπου τρεις στους τέσσερις, ή 75%, έλαβαν κάποια μορφή οικογενειακής στήριξης.
Μόνο η Βουλγαρία εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό οικογενειακής βοήθειας, στο 78%. Στην Ιταλία και την Κροατία φτάνει το 72%, ενώ στη Μάλτα στο 73%.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στον βορρά. Στην Ολλανδία το 70% δηλώνει ότι δεν έλαβε βοήθεια από τους γονείς του για την αγορά κατοικίας, στη Φινλανδία το 68%, στη Βρετανία το 65% και στη Γαλλία το 62%.
Η οικονομική ενίσχυση μπορεί να έρχεται με διαφορετικές μορφές, από άμεση χρηματική βοήθεια και κληρονομιά μέχρι μεταβίβαση κατοικίας που είχε ήδη αγοραστεί από την οικογένεια.
Παράλληλα, το χάσμα φαίνεται να διευρύνεται μεταξύ των γενεών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Euronews, το 74% της Gen Z έχει λάβει οικογενειακή βοήθεια για την αγορά κατοικίας, έναντι 68% των Millennials και 59% της Gen X. Στους Boomers το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 49% και στη Silent Generation στο 37%.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η καθυστερημένη έξοδος από το πατρικό στον ευρωπαϊκό νότο δεν αποτελεί μόνο κοινωνική επιλογή, αλλά φαίνεται να συνδέεται και με τις οικονομικές συνθήκες. Στην Ελλάδα, η χαμηλότερη απασχόληση των νέων, το αυξημένο κόστος στέγασης και η δυσκολία πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση συνοδεύουν την παρατεταμένη παραμονή στο οικογενειακό σπίτι, ενώ όταν έρχεται η ώρα της αγοράς κατοικίας, η οικονομική στήριξη από τους γονείς αποδεικνύεται συχνά καθοριστική.
Powergame.gr
