▼

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Μύθοι και αλήθειες για τις νέες αυξήσεις στις συντάξεις


Ένα νέο τοπίο διαμορφώνεται για τις συντάξεις από τον επόμενο μήνα και ακόμα περισσότερο από τον Δεκέμβριο του 2026.

Στα τέλη Νοεμβρίου θα καταβληθεί για πρώτη φορά το νέο μόνιμο επίδομα των 400 ευρώ, ανεξαρτήτως εισοδήματος σε 2,2 εκατομμύρια συνταξιούχους, ενώ στα τέλη Δεκεμβρίου θα καταβληθούν (μαζί με τις συντάξεις Ιανουαρίου 2027), επίσης για πρώτη φορά μετά το τέλος των μνημονίων, οριζόντια για 2,5 εκατ. συνταξιούχους αυξήσεις στις κύριες συντάξεις τους, καθώς καταργείται πλήρως η προσωπική διαφορά.

Σύμφωνα με το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού του 2027 που κατατέθηκε στη Βουλή την προπερασμένη εβδομάδα, το επιπλέον ποσό που θα καταβληθεί στους συνταξιούχους το επόμενο δίμηνο ξεπερνά τα 1,1 δισ. ευρώ. Αναμφίβολα πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσό που έχει καταβληθεί ως αύξηση αποδοχών της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας -και μάλιστα μόνιμη- τα τελευταία δεκαέξι χρόνια.

Ωστόσο, οφείλει κανείς να δει τη μεγάλη εικόνα και σε αυτή, αναλυτές της κοινωνικής ασφάλισης με τους οποίους συνομίλησε το powergame.gr, εντοπίζουν τρία πεδία στα οποία -κατά την άποψή τους- πρέπει να υπάρξει προσγείωση στην πραγματικότητα.

1. Η προσωπική διαφορά φεύγει, οι μειώσεις στις νέες συντάξεις μένουν
Με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στο 100% (σ.σ. υπενθυμίζεται πως πέρσι είχε καταργηθεί το 50%), όλοι πλέον οι συνταξιούχοι, «παλιοί» και «νέοι», δηλαδή τόσο εκείνοι που βγήκαν στη σύνταξη πριν από τον νόμο Κατρούγκαλου (δηλαδή προ της 12ης Μαΐου 2016), όσο και εκείνοι που βγήκαν μετά τον νόμο Κατρούγκαλου (δηλαδή μετά την 12η Μαΐου 2016), «εξομοιώνονται» σε σχέση με την αύξηση την οποία θα παίρνουν κάθε χρόνο ανάλογα με τον πληθωρισμό και την αύξηση του ΑΕΠ τον προηγούμενο χρόνο.

Ωστόσο, δεν εξομοιώνονται σε σχέση με τις… αποδοχές. Εξακολουθεί να ισχύει η διάκριση «παλαιών» και «νέων», με τους «παλαιούς» να παίρνουν υψηλότερες συντάξεις σε σχέση με τους «νέους», στη βάση όσων είχε προβλέψει ο νόμος Κατρούγκαλου (επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ).

Ο νόμος Βρούτση επί της πρώτης θητείας της κυβέρνησης ΝΔ (2020) διόρθωσε μόνο εν μέρει τις μεγάλες μειώσεις τις οποίες υπέστησαν οι «νέοι» συνταξιούχοι, μόνο εφόσον είχαν συμπληρώσει πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Για όσους είχαν κάτω από 30 έτη ασφάλισης, οι μειώσεις έμειναν ως είχαν.

Από αυτήν την άποψη, όπως επισημαίνουν αναλυτές της κοινωνικής ασφάλισης στο powergame.gr, η επικείμενη πλήρης κατάργηση της προσωπικής διαφοράς μπορεί να φέρνει νωρίτερα (δηλαδή πριν αυτή αποσβεστεί μέσω των συμψηφισμών με τις αυξήσεις) την ίση αντιμετώπιση των συνταξιούχων σε σχέση με τις ετήσιες αυξήσεις που δίνει ο ΕΦΚΑ, πλην όμως, δεν αίρει το θεμελιώδη λόγο ύπαρξής της, που δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι όσοι συνταξιοδοτήθηκαν μετά τα μέσα Μαΐου 2016 παίρνουν χαμηλότερη σύνταξη σε σχέση με εκείνους που συνταξιοδοτήθηκαν πριν τα μέσα Μαΐου 2016.

Με άλλα λόγια, μπορεί να φεύγει η «κορυφή του παγόβουνου» που λέγεται προσωπική διαφορά, αλλά μένει το… παγόβουνο που λέγεται η διάκριση παλιών και νέων συνταξιούχων.

2. Μειώσεις στις παλιές συντάξεις μέσω «υψηλότερων» εισφορών υγείας και αλληλεγγύης
Επιπλέον, εκτός από τις μειωμένες κύριες συντάξεις των νέων συνταξιούχων, παραμένουν και δύο ακόμα «μνημονιακής καταγωγής» παράγοντες μείωσης των συντάξεων και μάλιστα όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών:

Ο πρώτος παράγοντας είναι οι εισφορές υγείας 6% σε όλες τις κύριες συντάξεις και οι εισφορές υγείας 6% επίσης σε όλες τις επικουρικές συντάξεις.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι οι εισφορές αλληλεγγύης συνταξιούχων για τις κύριες συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ και τις επικουρικές συντάξεις άνω των 300 ευρώ.
Η μόνη παρέμβαση την οποία έκανε η κυβέρνηση της ΝΔ για να ελαττώσει το βάρος από αυτές τις εισφορές ήταν πρόπερσι, μέσω της τιμαριθμοποίησης της κλίμακας των εισφορών αλληλεγγύης στις κύριες συντάξεις.

Έτσι οι περικοπές μέσω των εισφορών αλληλεγγύης στις κύριες συντάξεις ξεκίνησαν από 1η Ιανουαρίου 2026 από το ποσό των 1.468 ευρώ έναντι των 1.400 ευρώ που ήταν την 1η Ιανουαρίου 2024.

Από την 1η Ιανουαρίου 2027, οι εισφορές αλληλεγγύης θα επιβληθούν από το ποσό των 1.509 ευρώ. Δηλαδή αυξάνεται το πλήθος των συνταξιούχων που απαλλάσσονται από τις εν λόγω εισφορές.

Τα σενάρια που έκαναν λόγο για μείωση (ή ακόμα και κατάργηση) των εισφορών υγείας έστω στις επικουρικές συντάξεις ή μείωση των εισφορών αλληλεγγύης, δεν έχουν -προς το παρόν- επαληθευθεί ενώ στην πιο πρόσφατη δήλωση της ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών επί του θέματος, αποκλείστηκε κάθε τέτοιο ενδεχόμενο.

Την ίδια ώρα, όμως, αυξάνεται η δεξαμενή των εσόδων του Δημοσίου και από τις δύο αυτές εισφορές και μάλιστα μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, όπως σημειώνουν ασφαλιστικοί αναλυτές στο powergame.gr.

Και αυτό γιατί το τέλος της προσωπικής διαφοράς βάζει τέλος στον υπολογισμό των παραπάνω εισφορών επί των επανϋπολογισθεισών (βάσει νόμου Κατρούγκαλου) συντάξεων και όχι επί των καταβαλλομένων.

Από την 1η Ιανουαρίου 2027, οι εισφορές υγείας και αλληλεγγύης θα υπολογίζονται επί των καταβαλλόμενων συντάξεων, αυξάνοντας την επιβάρυνση των συνταξιούχων.

Συνεπώς, ενώ θα κερδίσουν οι παλιοί συνταξιούχοι από την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (καθώς θα λάβουν όλη την ετήσια αύξηση που θα δώσει ο ΕΦΚΑ) θα χάσουν από τον υπολογισμό των προαναφερθεισών εισφορών επί των καταβαλλομένων συντάξεών τους (οι οποίες είναι υψηλότερες από τις επανϋπολογισθείσες).

3. «Άνισο» το μόνιμο επίδομα των 400 ευρώ
Μπορεί το μόνιμο επίδομα των 400 ευρώ (αντί 300 ευρώ) και μάλιστα χωρίς κανένα εισοδηματικό κριτήριο για όλους τους συνταξιούχους, παλιούς και νέους, άνω των 65 ετών να έφερε χαμόγελα, πλην όμως έχει εγείρει ζήτημα «δικαιοσύνης». Και τούτο διότι, σύμφωνα με ειδικούς της κοινωνικής ασφάλισης , ενώ όλες οι αλλαγές στο ασφαλιστικό και την πρόνοια, τόσο κατά τη διάρκεια των μνημονίων, όσο και μετά από αυτά, βασίστηκαν στο «δόγμα» της «ανταποδοτικότητας» (σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές παροχές) και της αντίστροφης σχέσης μεταξύ εισοδήματος – κρατικής στήριξης, σε ό,τι αφορά τις προνοιακές παροχές (δηλαδή όσο χαμηλότερο είναι το εισόδημα κάποιου, τόσο μεγαλύτερη κρατική στήριξης δέχεται), το μόνιμο επίδομα των 400 ευρώ δίδεται οριζοντίως σε όλους τους συνταξιούχους, ανεξαρτήτως ύψους σύνταξης και ανεξαρτήτως εισοδήματος.

Έτσι το εν λόγω επίδομα προς τους συνταξιούχους δεν είναι ούτε ένα «νέο ΕΚΑΣ» το οποίο έπαιρναν οι χαμηλοσυνταξιούχοι προμνημονιακά, ούτε ένα προνοιακού τύπου επίδομα σαν εκείνα τα οποία καταβάλλει ο ΟΠΕΚΑ με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια (π.χ. Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, επίδομα τέκνων).

Δηλαδή το ίδιο επίδομα (400 ευρώ) θα λάβει τόσο ένας συνταξιούχος με σύνταξη π.χ. 700 ευρώ όσο και ένας με σύνταξη 1.500 ευρώ.

Για τον συνταξιούχο των 700 ευρώ, σε ετήσια βάση, προσθέτει στο εισόδημά του μία αύξηση της τάξεως 4,7%, ενώ για τον συνταξιούχο των 1.500 ευρώ φέρνει μία αύξηση της τάξεως του… 2,2%.

Από αυτήν την άποψη, το «400άρι» εισάγει μία εντελώς άλλη «λογική» στις παροχές του Δημοσίου, την οποία δεν είχε συναντήσει κανείς μέχρι πρότινος στο ασφαλιστικό – προνοιακό σύστημα, αν μη τι άλλο τα τελευταία δεκαέξι χρόνια.



Powergame.gr