Για το 2028 µετατίθεται η ουσιαστική αναµόρφωση της Εισφοράς Αλληλεγγύης (ΕΑΣ), και αφού πρώτα κριθεί την Τετάρτη 4 Νοεµβρίου από την Ολοµέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο τρόπος υπολογισµού των κρατήσεων που υφίστανται σήµερα περίπου 440.000 συνταξιούχοι στις συντάξεις τους, µε αποτέλεσµα να επιβαρύνονται σηµαντικά οι καθαρές αποδοχές τους.
Το ανώτατο δηµοσιονοµικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εάν ο σηµερινός τρόπος υπολογισµού της ΕΑΣ, µε τον οποίο ο συντελεστής παρακράτησης εφαρµόζεται στο σύνολο της σύνταξης και όχι µόνο στο ποσό που υπερβαίνει το αντίστοιχο εισοδηµατικό όριο, είναι συµβατός µε τις συνταγµατικές αρχές. Τυχόν αλλαγή στον τρόπο υπολογισµού θα εκτιµάται ότι θα µπορούσε να δώσει αυξήσεις από 30 έως και 100 ευρώ τον µήνα στις συντάξεις. Ωστόσο, σύµφωνα µε νοµικούς κύκλους, ακόµη και αν η απόφαση εκδοθεί µέσα στο 2027, δεν αναµένεται να υπάρξει άµεση πολιτική και νοµοθετική παρέµβαση. Εφόσον επιβεβαιωθεί το σενάριο αυτό, οι όποιες αλλαγές κληθεί να δροµολογήσει η επόµενη κυβέρνηση θα έχουν ως πιθανό χρονικό ορίζοντα εφαρµογής την 1η Ιανουαρίου 2028.
Γιατί έμεινε στο συρτάρι
Η µη αναµόρφωση της εισφοράς για το 2027 συνδέεται και µε την επιλογή να ενισχυθεί το µόνιµο ετήσιο επίδοµα των συνταξιούχων. Αντί µιας παρέµβασης στο σύστηµα της ΕΑΣ, προκρίθηκε η αύξηση του συγκεκριµένου επιδόµατος από τα 300 ευρώ στα 400 ευρώ, µε παράλληλη διεύρυνση των δικαιούχων. Ειδικότερα, καταργούνται τα εισοδηµατικά και περιουσιακά κριτήρια, ενώ διατηρούνται τα ηλικιακά. Έτσι, το επίδοµα θα αφορά πλέον όλους τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών, καθώς και δικαιούχους σύνταξης χηρείας άνω των 60 ετών, εφόσον πληρούν τις προβλεπόµενες προϋποθέσεις.
Η συγκεκριµένη επιλογή ενισχύει το διαθέσιµο εισόδηµα µιας ευρύτερης οµάδας συνταξιούχων, δεν αντιµετωπίζει όµως το πρόβληµα των κρατήσεων της ΕΑΣ. Πρόκειται για δύο διαφορετικές παρεµβάσεις: το επίδοµα αποτελεί ετήσια οικονοµική ενίσχυση, ενώ η αναµόρφωση της ΕΑΣ θα οδηγούσε σε µόνιµη µείωση της µηνιαίας παρακράτησης για όσους επιβαρύνονται σήµερα. Τη µεγαλύτερη επιβάρυνση από το σηµερινό σύστηµα υπολογισµού της Εισφοράς Αλληλεγγύης είναι δύο συγκεκριµένες κατηγορίες συνταξιούχων, για τους οποίους η ΕΑΣ δεν αποτελεί απλώς µια µικρή πρόσθετη κράτηση, αλλά µια σηµαντική απώλεια εισοδήµατος σε ετήσια βάση:
- Συνταξιούχοι µε αποδοχές από 1.784 έως 2.080 ευρώ. Πρόκειται για µια κατηγορία στην οποία η µετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο κλιµάκιο συνεπάγεται διπλασιασµό του συντελεστή εισφοράς, από 3% σε 6%. Επειδή το ποσοστό εφαρµόζεται στο σύνολο της σύνταξης και όχι µόνο στο ποσό που υπερβαίνει το όριο των 1.783 ευρώ, η παρακράτηση αυξάνεται δυσανάλογα όταν ο συνταξιούχος περάσει στο επόµενο κλιµάκιο.
- Συνταξιούχοι µε υψηλές συντάξεις και πολλαπλές κύριες συντάξεις. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν περίπου 10.000 συνταξιούχοι µε υψηλές µεικτές αποδοχές άνω των 2.200 ευρώ ή µε άθροισµα κύριων συντάξεων που ξεπερνά τις 3.500 ευρώ. Οι µηνιαίες κρατήσεις µπορούν να αρχίζουν από 220 ευρώ περίπου και να φθάνουν σε επίπεδα που αντιστοιχούν σε ολόκληρη κατώτατη σύνταξη των 500 ή 600 ευρώ.
Το βασικό ερώτηµα που θα εξετάσει η Ολοµέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν είναι εάν πρέπει να διατηρηθεί η ΕΑΣ ως εισφορά αλληλεγγύης, αλλά εάν ο τρόπος µε τον οποίο υπολογίζεται σήµερα είναι νόµιµος και συνταγµατικά ανεκτός. Συγκεκριµένα, το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εάν η εισφορά πρέπει να επιβάλλεται µόνο στη διαφορά που προκύπτει πάνω από το εκάστοτε όριο σύνταξης και όχι στο σύνολο των µεικτών αποδοχών.
Για παράδειγµα, ένας συνταξιούχος µε µεικτή σύνταξη 2.000 ευρώ υπάγεται σήµερα στο κλιµάκιο του 6%. Έτσι, η µηνιαία κράτηση ανέρχεται σε 120 ευρώ. Εάν η εισφορά επιβαλλόταν µόνο στο ποσό που υπερβαίνει τα 1.468 ευρώ, η κράτηση θα περιοριζόταν περίπου στα 32 ευρώ. Η διαφορά είναι ενδεικτική της επιβάρυνσης που προκαλεί ο σηµερινός τρόπος υπολογισµού, καθώς στη δεύτερη περίπτωση θα είχε όφελος 88 ευρώ τον µήνα.
Για παράδειγµα, ένας συνταξιούχος µε µεικτή σύνταξη 2.000 ευρώ υπάγεται σήµερα στο κλιµάκιο του 6%. Έτσι, η µηνιαία κράτηση ανέρχεται σε 120 ευρώ. Εάν η εισφορά επιβαλλόταν µόνο στο ποσό που υπερβαίνει τα 1.468 ευρώ, η κράτηση θα περιοριζόταν περίπου στα 32 ευρώ. Η διαφορά είναι ενδεικτική της επιβάρυνσης που προκαλεί ο σηµερινός τρόπος υπολογισµού, καθώς στη δεύτερη περίπτωση θα είχε όφελος 88 ευρώ τον µήνα.
∆ιπλή επιβάρυνση
Ένα ακόµη ζήτηµα που τίθεται από τις οργανώσεις των συνταξιούχων αφορά τη σωρευτική επιβάρυνση που προκαλεί η ΕΑΣ σε συνδυασµό µε τις υπόλοιπες κρατήσεις. Η εισφορά παρακρατείται από το µεικτό ποσό της σύνταξης, στη συνέχεια υπολογίζεται η εισφορά υγειονοµικής περίθαλψης 6% και ακολουθεί η φορολόγηση του εισοδήµατος. Το ζήτηµα, εποµένως, δεν αφορά µόνο το ύψος της ΕΑΣ, αλλά τη συνολική επίδραση που έχουν οι διαδοχικές κρατήσεις στο τελικό ποσό που καταλήγει στην τσέπη του συνταξιούχου.
Η ΕΑΣ, µαζί µε πόρους από άλλες πηγές, χρηµατοδοτεί το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ), τον λεγόµενο κουµπαρά του ασφαλιστικού συστήµατος. Μέχρι το τέλος του 2026 τα αποθεµατικά του ΑΚΑΓΕ ξεπέρασαν τα 23 δισ. ευρώ. Τα χρήµατα αυτά προορίζονται να χρησιµοποιηθούν µελλοντικά, όταν οι επιπτώσεις της δηµογραφικής γήρανσης θα ασκήσουν ακόµη µεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό σύστηµα, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα καταβολής των συντάξεων. Έτσι, η µόνη αλλαγή που δροµολογείται για την 1η Ιανουαρίου 2027 είναι η τιµαριθµοποίηση των εισοδηµατικών ορίων κατά 2,8%, όσο δηλαδή και η προβλεπόµενη αύξηση των συντάξεων.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
Parapolitika.gr

