Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Μόλις ένας στους 10 συνταξιούχους συνεχίζει να εργάζεται


Παρότι δέχεται τις ισχυρότερες πιέσεις σε όρους δημογραφικής γήρανσης, η Ελλάδα αξιοποιεί λιγότερο από τις υπόλοιπες ανεπτυγμένες οικονομίες τόσο τους νέους όσο και τους ηλικιωμένους της. Ειδικότερα, μόλις ένας στους δέκα συνταξιούχους συνεχίζει να εργάζεται, σε μια αγορά εργασίας η οποία συγχρόνως καταγράφει σχεδόν 20% ανεργία στους νέους. Αντιστοίχως, υψηλή είναι και η αποχή των γυναικών από το εργατικό δυναμικό, καθώς ανέρχεται σε 11% έναντι 6,5% στην Ευρωζώνη.

Με εξαίρεση τους τομείς της χειρωνακτικής εργασίας, οι οποίοι απαιτούν ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης το οποίο δεν μπορεί να διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό προχωρημένης ηλικίας, οι μισές χώρες του ΟΟΣΑ προσφέρουν κίνητρα για την παράταση της ηλικίας συνταξιοδότησης σε μια σειρά από επαγγέλματα που υποστηρίζουν τους ρυθμούς ανάπτυξης. Η Ελλάδα όμως –μαζί με το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Τουρκία– ανήκει στις οικονομίες όπου τα μπόνους για την εθελοντική παράταση της απόσυρσης από την αγορά εργασίας είναι χαμηλά ή δεν υπάρχουν, σύμφωνα με τη διατύπωση του ΟΟΣΑ

Μόλις ένας στους δέκα συνταξιούχους συνδυάζει μια σχέση εργασίας με τις συντάξιμες αποδοχές του στην Ελλάδα, η οποία ανήκει στις δέκα χώρες όπου συνεχίζουν να καταβάλλουν συνταξιοδοτικές εισφορές όσοι εργάζονται πέραν της θεσπισμένης ηλικίας συνταξιοδότησης· η συγκεκριμένη πρακτική ερμηνεύεται ως de facto φόρος επί της εργασίας των συνταξιούχων. Η Ελλάδα και η Ισπανία εφαρμόζουν συμπληρωματική εισφορά 10% και 9% επί των αποδοχών, αντιστοίχως, η οποία δεν οδηγεί από μόνη της σε υψηλότερη σύνταξη. Στον αντίποδα, χώρες όπως η Τσεχία έχουν ενισχύσει το κίνητρο απαλλάσσοντας τους εργαζόμενους συνταξιούχους από την υποχρέωση καταβολής συνταξιοδοτικής εισφοράς, διατηρώντας αμετάβλητη την αντίστοιχη εισφορά του εργοδότη. Το χαμηλό ύψος των μισθών στην Ελλάδα λειτουργεί ενδεχομένως ως ακόμη ένα αντικίνητρο που οδηγεί στη χαμηλή επιβράβευση και κατ’ επέκταση στην περιορισμένη απασχόληση των συνταξιούχων της, τουλάχιστον σε σύγκριση με τα διεθνή δεδομένα.

Ανεργοι νέοι
Η περιορισμένη ανάμειξη των συνταξιούχων στην αγορά εργασίας, παρά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και παρ’ όλες τις εντεινόμενες ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό λόγω της μείωσης του πληθυσμού, καταγράφεται σε μια οικονομία η οποία συγχρόνως δεν αξιοποιεί σχεδόν το 20% των νέων της. Ειδικότερα, η ανεργία στους νέους κάτω των 25 ετών στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 18,8% έναντι 14,4% στην Ευρωζώνη. Αντιστοίχως, η ανεργία στις γυναίκες ανέρχεται στο 10,9% έναντι μόλις 6,5% στη Ζώνη του Ευρώ.

Οι συγκεκριμένες δεξαμενές ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα μένουν στην πράξη αναξιοποίητες εν μέσω των δυσμενών προβολών στο δημογραφικό της χώρας. Τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες ο προβλεπόμενος πληθυσμός σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί κατά 13% στις χώρες του ΟΟΣΑ. Στην Ελλάδα, όμως, θα συρρικνωθεί κατά περισσότερο από 30%, με τη χώρα μας να φιγουράρει στις πρώτες της κατάταξης με βάση τη δημογραφική της επιδείνωση.

Κατ’ επέκταση, ο λόγος των ηλικιωμένων προς τα άτομα παραγωγικής ηλικίας στην ελληνική οικονομία θα αυξηθεί κατά τουλάχιστον 25 μονάδες την περίοδο μέχρι το 2050, όταν η αντίστοιχη αύξηση στη Φινλανδία, στη Σουηδία και τις ΗΠΑ δεν θα ξεπεράσει τις δέκα μονάδες· στο Ισραήλ θα ανέλθει σε μόλις πέντε μονάδες. Ο δημογραφικός λόγος του γήρατος προς την ηλικία εργασίας στην Ελλάδα αποτυπώνεται και στη θεαματική ομολογουμένως ιστορική του εξέλιξη: από 12,2 το 1954 σε 41,6 το 2024 και 73,8 το 2084.

Υπενθυμίζεται ότι η ηλικία συνταξιοδότησης στην Ελλάδα –στα 62 χρόνια με πλήρη έτη εργασίας– είναι από τις χαμηλότερες στον κόσμο. Την ίδια ώρα, τα ποσοστά αναπλήρωσης στο ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα προσεγγίζουν το 100%, τοποθετώντας τη χώρα μας στην κορυφή της κατάταξης σε όρους δαπανών για τη χορήγηση συντάξεων. Η Ελλάδα ανήκει στις οικονομίες όπου τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την παροχή των συντάξεων βρίσκονται κάτω από το 20% ως ποσοστό του ΑΕΠ, όταν σε χώρες όπως η Δανία, ο Καναδάς και η Ολλανδία υπερβαίνουν σαφώς το 100% του ΑΕΠ.

Ολες αυτές οι διαπιστώσεις αποκτούν ξεχωριστή σημασία σε μια φάση στην οποία σταδιακά ολοκληρώνεται πλέον η αναπτυξιακή ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, γεγονός που ήδη επιδρά αρνητικά στις προβλέψεις για την ανάπτυξη των επόμενων ετών. Στον βαθμό που το δημογραφικό θα θέτει τους όρους στη δυναμική της οικονομίας, η Ελλάδα φαίνεται ότι βρίσκεται πίσω στην υιοθέτηση διεθνών πρακτικών οι οποίες είναι σε θέση να επιστρατεύσουν μεγαλύτερο μέρος του κατά τα άλλα μειούμενου πληθυσμού, με στόχο την ένταξη στην αγορά εργασίας για την υποστήριξη της οικονομίας και τελικά την ενίσχυση των εισοδημάτων, εργαζομένων και συνταξιούχων.



moneyrewie.gr