Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Παράταση ζωής για τις οικοδομικές άδειες, παραμένει όμως το πρόβλημα των ημιτελών κτιρίων


Χιλιάδες οικοδομικές άδειες σε ολόκληρη τη χώρα έχουν πλέον λήξει, αφήνοντας πίσω τους ένα εκτεταμένο απόθεμα ημιτελών κτιρίων που παραμένουν ανενεργά για χρόνια. Τα κτίσματα αυτά, διάσπαρτα τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια, συνθέτουν μια εικόνα στασιμότητας, την ώρα που η στεγαστική κρίση εντείνεται και η ζήτηση για κατοικία αυξάνεται διαρκώς. 

Γράφει ο Θανάσης Κουκάκης

Το φαινόμενο έχει εξελιχθεί σε διαχρονικό πρόβλημα για την αγορά ακινήτων και τη στεγαστική πολιτική, καθώς δεσμεύει πολύτιμους πόρους χωρίς να αποδίδει κοινωνικό ή οικονομικό όφελος.

Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον από ιδιοκτήτες και επενδυτές για την επανεκκίνηση παγωμένων οικοδομών. Ωστόσο, η επιστροφή στην ενεργό φάση ενός εργοταξίου αποδεικνύεται συχνά μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία. Το ισχύον πολεοδομικό πλαίσιο είναι αυστηρό και πολυεπίπεδο, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε απόκλιση από τις προβλεπόμενες διαδικασίες να ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Σε αρκετές περιπτώσεις, εργασίες που ξεκινούν χωρίς πλήρη συμμόρφωση μπορεί να χαρακτηριστούν αυθαίρετες, οδηγώντας σε βαριά πρόστιμα, διακοπή του έργου ή ακόμη και σε μακροχρόνιες δικαστικές εμπλοκές.

Μια σημαντική ανάσα επιχειρεί να δώσει πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, με την οποία παρατείνεται για δύο έτη, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, η ισχύς όλων των οικοδομικών αδειών που έληγαν στο τέλος του 2025. Η παράταση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς δίνει στους ιδιοκτήτες τον απαραίτητο χρόνο να επανεξετάσουν τη βιωσιμότητα των έργων τους και να οργανώσουν τη χρηματοδότησή τους. Παρά ταύτα, το κομβικό ζήτημα δεν είναι μόνο η χρονική παράταση, αλλά η νόμιμη επαναλειτουργία του εργοταξίου. Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του πολιτικού μηχανικού είναι καθοριστικός, καθώς καλείται να διασφαλίσει ότι κάθε βήμα γίνεται σε πλήρη εναρμόνιση με τις απαιτήσεις της αρμόδιας ΥΔΟΜ.

Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει, πάντως, και περιπτώσεις στις οποίες μια οικοδομική άδεια μπορεί να παραταθεί επ’ αόριστον. Αυτό ισχύει όταν, πριν από τη λήξη της, έχουν ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός του κτιρίου, οι όψεις και η στέγη, όπου αυτή απαιτείται, και έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα χρονοδιάγραμμα προόδου στην Πολεοδομία. Αντίθετα, για κάθε έναρξη ή επανέναρξη εργασιών σε ημιτελή οικοδομή απαιτείται έγγραφη γνωστοποίηση, ενώ πρόσθετες εργασίες που δεν περιλαμβάνονται στην αρχική άδεια συνοδεύονται από ηλεκτρονική γνωστοποίηση και κατάθεση συμπληρωματικής μελέτης εντός δύο μηνών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην αισθητική αποκατάσταση των κτιρίων. Ο νόμος θέτει σαφή χρονικά όρια για την ολοκλήρωση των όψεων, με αυστηρότερες προθεσμίες σε ιστορικά κέντρα, παραδοσιακούς οικισμούς και περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Σε περιπτώσεις αδυναμίας, οι ιδιοκτήτες υποχρεούνται να καταθέσουν ειδική μελέτη στο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής. Η αδιαφορία, τέλος, ενεργοποιεί την επιβολή ετήσιου προστίμου διατήρησης, με απόφαση του Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εντείνοντας την πίεση για την ολοκλήρωση και επανένταξη των ημιτελών κτισμάτων στον αστικό ιστό.

Παραδείγματα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κέντρο της Αθήνας, όπου πολυώροφες οικοδομές που ξεκίνησαν πριν από την οικονομική κρίση του 2010 παραμένουν μέχρι σήμερα ημιτελείς. Σε γειτονιές όπως ο Βοτανικός και τα Πατήσια, σκελετοί κτιρίων με εκτεθειμένο οπλισμένο σκυρόδεμα βρίσκονται δίπλα σε κατοικημένες πολυκατοικίες, δημιουργώντας ζητήματα ασφάλειας και αισθητικής υποβάθμισης. Πολλοί από αυτούς τους φακέλους αδειών έχουν λήξει, ενώ οι ιδιοκτήτες καλούνται πλέον να κινηθούν μέσα σε ένα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο για να επανεκκινήσουν τις εργασίες.

Ανάλογη εικόνα συναντά κανείς και στη Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερα στις δυτικές συνοικίες αλλά και σε περιοχές του ιστορικού κέντρου. Εκεί, ημιτελή κτίρια με ολοκληρωμένο φέροντα οργανισμό αλλά χωρίς όψεις ή κουφώματα παραμένουν ανενεργά επί σειρά ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιοκτήτες που επιχείρησαν να συνεχίσουν εργασίες χωρίς την απαιτούμενη έγγραφη γνωστοποίηση προς την αρμόδια ΥΔΟΜ βρέθηκαν αντιμέτωποι με διακοπή εργασιών και πρόστιμα, καθώς οι παρεμβάσεις χαρακτηρίστηκαν αυθαίρετες.

Στην περιφέρεια, το πρόβλημα λαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις. Στην Πάτρα, για παράδειγμα, δεκάδες ημιτελείς πολυκατοικίες κοντά στο παραλιακό μέτωπο ξεκίνησαν ως επενδυτικά σχέδια για εξοχική ή τουριστική κατοικία, αλλά «πάγωσαν» λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Σήμερα, η επανεκκίνησή τους προϋποθέτει όχι μόνο την παράταση της άδειας, αλλά και συμμόρφωση με νεότερους κανονισμούς ενεργειακής απόδοσης, γεγονός που αυξάνει το κόστος.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν οι παραδοσιακοί οικισμοί και τα ιστορικά κέντρα. Σε περιοχές όπως η παλιά πόλη της Ρόδου ή παραδοσιακοί οικισμοί της Πελοποννήσου, η μη ολοκλήρωση των όψεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών οδηγεί τους ιδιοκτήτες στην υποχρέωση κατάθεσης ειδικής μελέτης στο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής. Διαφορετικά, ενεργοποιείται η επιβολή ετήσιου προστίμου διατήρησης με απόφαση του Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι, παρά τη διετή παράταση των οικοδομικών αδειών έως το 2027, η ουσιαστική πρόκληση παραμένει η ασφαλής, νόμιμη και οικονομικά βιώσιμη επανένταξη των ημιτελών κτιρίων στον αστικό ιστό, ώστε να μετατραπούν από σύμβολα κρίσης σε λύσεις για το οξύ στεγαστικό πρόβλημα της χώρας.


dnews.gr