Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Κατώτατος μισθός: Οι κρίσιμες παράμετροι που κρίνουν την αύξηση


Σε κομβικό σημείο εισέρχεται η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, με την κυβέρνηση να διαμηνύει πως ο στόχος για κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ, έως το τέλος του 2027 θα επιτευχθεί, και τις πληροφορίες να θέλουν την φετινή αύξηση, που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου, να προσεγγίζει τα 40 με 50 ευρώ.

Από την πλευρά της αγοράς άλλωστε, υπάρχουν παραινέσεις για αυτοσυγκράτηση, με βασικό επιχείρημα την ανάγκη περιορισμού του κόστους εργασίας και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Εντός της εβδομάδας αναμένεται η αποστολή των υπομνημάτων των κοινωνικών εταίρων προς τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), ενώ έως τα μέσα Φεβρουαρίου τόσο η Επιτροπή Διαβούλευσης όσο και η Επιστημονική Επιτροπή θα πρέπει να έχουν καταθέσει τις σχετικές εκθέσεις στο υπουργείο Εργασίας.

Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ότι στα μέσα Μαρτίου η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, θα εισηγηθεί την τελική πρόταση στο υπουργικό συμβούλιο, ώστε η απόφαση να «κλειδώσει» εγκαίρως και να τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου. Αν και οι εισηγήσεις των φορέων δεν είναι δεσμευτικές, συνθέτουν το θεσμικό υπόβαθρο της απόφασης, η οποία στο τέλος παραμένει πολιτική.

Το βασικό σενάριο θέλει την αύξηση να διαμορφώνεται κοντά στα 50 ευρώ, με τον κατώτατο μισθό να ανεβαίνει από τα 880 έως και τα 930 ευρώ. Ένα τέτοιο βήμα διατηρεί τη σταδιακή πορεία προς τον στόχο των 950 ευρώ το 2027. Ωστόσο, υπάρχουν και στο κυβερνητικό στρατόπεδο, φωνές για μια πιο επιθετική κίνηση, με αύξηση έως και 70 ευρώ, που θα ανεβάσει τον κατώτατο απευθείας στα 950 ευρώ από φέτος.

Το σενάριο αυτό στηρίζεται στην ανάγκη ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, αλλά και στη συγκυρία ενόψει του εκλογικού κύκλου του 2027. «Η απόφαση θα στηρίζεται στην ανάγκη στήριξης των εισοδημάτων, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων» διαμηνύει προς όλες τις πλευρές, υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος.

Καθοριστική παράμετρος στη φετινή διαδικασία αποτελεί και το νομοσχέδιο για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει το κλίμα και τους συσχετισμούς στο δημόσιο διάλογο. Η κυβερνητική στόχευση για αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ ενισχύει τις προσδοκίες των συνδικάτων για υψηλότερες αμοιβές, όχι μόνο στον κατώτατο μισθό αλλά και στα μεσαία κλιμάκια.

Την ίδια στιγμή, εργοδοτικοί φορείς εκφράζουν ανησυχία ότι ο συνδυασμός γενναίας αύξησης του κατώτατου μισθού και ευρύτερης εφαρμογής των ΣΣΕ μπορεί να οδηγήσει σε απότομη άνοδο του συνολικού μισθολογικού κόστους, περιορίζοντας τη διαπραγματευτική ευελιξία των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων.

Σε αυτό το περιβάλλον, θεσμικοί φορείς, όπως για παράδειγμα η Τράπεζα της Ελλάδος, επαναφέρουν την ανάγκη οι μισθολογικές αυξήσεις να συμβαδίζουν με την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η κεντρική τράπεζα έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι η ταχεία άνοδος του κατώτατου μισθού, αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, εγκυμονεί κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε κλάδους έντασης εργασίας και εξωστρεφείς δραστηριότητες.

Να σημειωθεί ότι, από το 2019 έως το 2025, ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί κατά 35,4%. Οι αυξήσεις που αποφασίστηκαν από την παρούσα κυβέρνηση ήταν από 50 ευρώ για το 2022, 2024 και 2025 και 67 ευρώ για το 2023.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους χαμηλόμισθους. Η αύξηση του κατώτατου μισθού συμπαρασύρει εργοδοτικές εισφορές, επιδόματα και παροχές που υπολογίζονται με βάση αυτόν, ενώ επιβαρύνει και τον δημόσιο τομέα, καθώς ο εισαγωγικός μισθός έχει εξισωθεί με τον κατώτατο του ιδιωτικού, προκαλώντας οριζόντιες αυξήσεις στα μισθολογικά κλιμάκια.

Στο πάζλ, πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ο διάμεσος μισθός παραμένει σχετικά κοντά στον κατώτατο. Έτσι, μια αύξηση της τάξης των 50 ευρώ, αναμένεται να ασκήσει έντονη πίεση στους μέσους μισθούς, με δεδομένο ότι ένα σημαντικό ποσοστό εργαζομένων αμείβεται σήμερα μόλις 5% έως 10% πάνω από τον κατώτατο μισθό. Γεγονός που δημιουργεί αλυσιδωτές απαιτήσεις για αναπροσαρμογές σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα.

Για πολλές επιχειρήσεις, το δίλημμα είναι σαφές: είτε θα προχωρήσουν σε γενικευμένες αυξήσεις, αυξάνοντας το συνολικό κόστος, είτε θα αποδεχθούν τη συρρίκνωση των διαφορών μεταξύ κατώτατων και μέσων αποδοχών, με πιθανές επιπτώσεις στα κίνητρα, την απόδοση και τη διατήρηση εξειδικευμένου προσωπικού.

Η φετινή αύξηση, θα ανακοινωθεί τέλος Μαρτίου και θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2026. Αντίστοιχη διαδικασία θα ακολουθηθεί και για τις αυξήσεις του 2027. Αμέσως μετά, αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή ο νέος μηχανισμός καθορισμού του κατώτατου μισθού, ο οποίος από το 2028 και μετά, θα συνδέει τις αυξήσεις με τον πληθωρισμό για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και με την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης και της παραγωγικότητας της οικονομίας.


euro2day.gr