Σε κλίμα έντασης πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου η πρώτη για το 2026 συνάντηση του σωματείου εργαζομένων με τη διοίκηση της εταιρείας, με αιχμή την απόλυση εργαζόμενης από το τμήμα διανομής στη Θήβα.
Το σωματείο, σύμφωνα με ανακοίνωσή του, έθεσε εξαρχής το ζήτημα της – όπως τη χαρακτήρισε – άδικης απόλυσης εργαζόμενης με 18ετή προϋπηρεσία, η οποία αμείβεται με λιγότερα από 1.000 ευρώ. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων υπογράμμισαν ότι «εν έτει 2026» δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας απέναντι σε ανθρώπινα λάθη, ιδίως όταν αυτά συνδέονται με αυξημένο φόρτο εργασίας και έντονη πίεση.
Όπως τονίστηκε, θα μπορούσαν να είχαν εξεταστεί ηπιότερα μέτρα, όπως ολιγοήμερη αργία ή μετακίνηση σε άλλο τμήμα, αντί της οριστικής λύσης της σύμβασης. Το σωματείο κατηγόρησε τη διοίκηση ότι επέλεξε να εξαντλήσει την αυστηρότητά της σε έναν απλό εργαζόμενο, αφήνοντας εκτός ευθυνών τα διοικητικά στελέχη και τους προϊσταμένους, παρότι – σύμφωνα με τους ίδιους – μετά το περιστατικό τροποποιήθηκαν οι διαδικασίες λειτουργίας.
Στο τραπέζι τέθηκε και το θέμα της νοσοκομειακής κάλυψης. Η διοίκηση δεσμεύτηκε ότι έως το τέλος Μαρτίου θα έχει προχωρήσει σε σύναψη συμβολαίου – είτε με τον υφιστάμενο είτε με νέο πάροχο – που θα περιλαμβάνει νοσοκομειακή κάλυψη για το σύνολο των εργαζομένων. Παράλληλα, συμφωνήθηκε ότι στην επόμενη συνάντηση θα ξεκινήσει η συζήτηση για την επιχειρησιακή σύμβαση, μετά την αποστολή του επικαιροποιημένου σχεδίου από το σωματείο.
Αντιδράσεις προκάλεσε και η στάση της εταιρείας στο ζήτημα των παροχών. Σύμφωνα με το σωματείο, η διοίκηση εμφανίστηκε αρνητική στη χορήγηση επιπλέον δωροεπιταγών πέραν αυτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, απορρίπτοντας την πρόταση για καθολικό επίδομα σίτισης. Ως αιτιολογία προέβαλε την έλλειψη διαθέσιμων πόρων και τον κίνδυνο απώλειας αφορολόγητου για ορισμένους εργαζόμενους.
Όσον αφορά τις ετήσιες αυξήσεις, η εταιρεία ενημέρωσε ότι αυτές θα ενσωματωθούν στη μισθοδοσία Ιουλίου – αντί Ιουνίου, όπως ίσχυε τα προηγούμενα χρόνια – και πρότεινε συνολικό ποσοστό 3,5%. Ωστόσο, σύμφωνα με την ενημέρωση, η πλειονότητα των εργαζομένων αναμένεται να λάβει αύξηση της τάξης του 2% έως 2,5%, καθώς μέρος του ποσοστού θα διανεμηθεί, κατά το διευθυντικό δικαίωμα, σε εργαζόμενους που θα χαρακτηριστούν «καλύτεροι» ανά εργοστάσιο, καθώς και σε μηνιαίο μπόνους παρουσίας, ασφάλειας και τήρησης διαδικασιών.
Το σωματείο απέρριψε την πρόταση, χαρακτηρίζοντάς την ανεπαρκή και κατώτερη των πραγματικών αναγκών διαβίωσης των εργαζομένων, επισημαίνοντας ότι τα τελικά καθαρά οφέλη θα κινηθούν στα επίπεδα της περσινής χρονιάς.
Στην ανακοίνωσή του, το σωματείο κάνει λόγο για επιλογή της εταιρείας να διατηρεί χαμηλά τους μισθούς, παρά τις επενδύσεις και τις εξαγορές εργοστασίων που, όπως αναφέρει, πραγματοποιήθηκαν το τελευταίο διάστημα. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι εργαζόμενοι στον κλάδο του φαρμάκου παραμένουν – σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται – μεταξύ των χαμηλότερα αμειβόμενων.
Οι επόμενες κινήσεις θα καθοριστούν μετά τις γενικές συνελεύσεις που προγραμματίζονται το προσεχές διάστημα, όπου θα συζητηθούν τα δεδομένα και θα αποφασιστεί η στάση των εργαζομένων.
