Η επόμενη φάση της ανάπτυξης δεν θα κριθεί μόνο από τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά και από το αν η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της σε ανθρώπινο δυναμικό χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα το κόστος εργασίας. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία στην ετήσια έκθεσή της αναδεικνύει το μη μισθολογικό κόστος ως κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα.
Η εικόνα της αγοράς εργασίας έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο οι ελλείψεις προσωπικού γίνονται όλο και πιο έντονες. Η μείωση της ανεργίας περιορίζει τη διαθέσιμη προσφορά εργατικού δυναμικού, ενώ η δημογραφική γήρανση επιτείνει το πρόβλημα, ιδιαίτερα σε ειδικότητες μεσαίας και υψηλής εξειδίκευσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η ενίσχυση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας –ιδίως από νέους και γυναίκες–, η επένδυση στις δεξιότητες, αλλά και η προσέλκυση εργαζομένων από το εξωτερικό αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Ωστόσο, κάτω από αυτή τη στρατηγική, αναδεικνύεται μια πιο «σκληρή» παράμετρος: το κόστος της εργασίας.
Τι ισχύει για τις αυξήσεις στους μισθούς
Τα στοιχεία μαρτυρούν ότι το 2025 οι μισθολογικές αυξήσεις επιβραδύνθηκαν, ενώ σε πραγματικούς όρους ήταν οριακές. Παρά ταύτα, οι καθαρές αποδοχές ενισχύθηκαν περισσότερο, κυρίως λόγω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες από την 1η Ιανουαρίου 2025, αλλά και της μείωσης των κρατήσεων στις υπερωρίες.
Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τη βασική κατεύθυνση πολιτικής, δηλαδή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος χωρίς αύξηση του συνολικού κόστους για τις επιχειρήσεις. Την ίδια εικόνα επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Από τις 208 επιχειρησιακές συμβάσεις που υπογράφηκαν το 2025, λιγότερες από τις μισές περιλάμβαναν αυξήσεις μισθών, δείχνοντας τη συγκρατημένη στάση των επιχειρήσεων απέναντι στο μισθολογικό κόστος.
Αντίστοιχα, οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό –6% το 2025 και 4,55% το 2026– κινούνται σε ελεγχόμενα επίπεδα, επιδιώκοντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ενίσχυση των εισοδημάτων και στην αποφυγή πληθωριστικών πιέσεων.
Πάγιο αίτημα των επιχειρήσεων η μείωση ασφαλιστικών εισφορών και φορο-επιβαρυνσεων
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι παρεμβάσεις των επιχειρηματικών φορέων, οι οποίοι θέτουν σταθερά ως προτεραιότητα τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Πρόσφατα ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, χαιρέτισε την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026, επισημαίνοντας όμως ότι η αύξηση αυτή δημιουργεί ταυτόχρονα πρόσθετες πιέσεις στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Όπως τόνισε, η άνοδος του μισθολογικού κόστους θα πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά αντισταθμιστικά μέτρα, με βασικότερο τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και των συνολικών επιβαρύνσεων στην εργασία. Κι αυτό ούτως ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην αύξηση των μισθών, την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Και η ΓΣΕΒΕΕ επιμένει διαχρονικά ότι η επιβάρυνση από ασφαλιστικές εισφορές και φορολογία περιορίζει τα περιθώρια αντοχής των μικρών επιχειρήσεων και λειτουργεί αποτρεπτικά τόσο για την επίσημη εργασία όσο και για τη μισθολογική αναβάθμιση, ενώ ο ΣΕΒ συνεχίζει να διατηρεί τη θέση ότι το μη μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα παραμένει υψηλό και υπονομεύει τόσο την ανταγωνιστικότητα της εργασίας όσο και τα κίνητρα για δηλωμένη απασχόληση. Σε συχνές παρεμβάσεις του μάλιστα έχει επισημάνει ότι οι υψηλές εισφορές, σε συνδυασμό με τη φορολογική επιβάρυνση, λειτουργούν ως αντικίνητρο για την παραγωγική και ειδικευμένη μισθωτή εργασία.
flash.gr
