Οι Έλληνες μπορεί να ταξίδεψαν και φέτος μαζικά στην περιφέρεια για τον εορτασμό του Πάσχα, ωστόσο η ακρίβεια άφησε έντονο αποτύπωμα στην καταναλωτική τους συμπεριφορά, οδηγώντας σε περιορισμό τόσο της ποσότητας όσο και της ποιότητας των αγορών.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, οι αυξήσεις σε ενέργεια και μεταφορές, στον απόηχο των διεθνών εξελίξεων, πίεσαν σημαντικά τα διαθέσιμα εισοδήματα. Ως αποτέλεσμα, οι καταναλωτές έδωσαν προτεραιότητα σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα και καύσιμα, περιορίζοντας δαπάνες για ένδυση, υπόδηση και πασχαλινά δώρα.
Ακόμη και στο πασχαλινό τραπέζι, οι επιλογές ήταν πιο συγκρατημένες. Οι αγορές έγιναν είτε σε μικρότερες ποσότητες είτε με στροφή σε φθηνότερα προϊόντα, γεγονός που αποτυπώνεται και στα στοιχεία του ΕΒΕΠ: ο συνολικός τζίρος διατηρήθηκε στα επίπεδα των 1,5 δισ. ευρώ, ωστόσο οι διακινούμενες ποσότητες μειώθηκαν κατά 2% έως 5% λόγω πληθωρισμού.
Καθοριστικό ρόλο στην κίνηση της αγοράς διαδραμάτισε το Δώρο Πάσχα του ιδιωτικού τομέα, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, το οποίο «στήριξε» τον συμπυκνωμένο τζίρο της εορταστικής περιόδου.
Σε επίπεδο κατανομής, τα τρόφιμα κατέλαβαν το μεγαλύτερο μερίδιο (50% – περίπου 750 εκατ. ευρώ), ενώ ακολούθησαν τα πασχαλινά δώρα (20% – 300 εκατ. ευρώ) και η ένδυση-υπόδηση (15% – 250 εκατ. ευρώ). Ο εσωτερικός τουρισμός κινήθηκε σταθερά (10% – άνω των 150 εκατ. ευρώ), με τους υπόλοιπους κλάδους να έχουν περιορισμένη συμμετοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλλαγή στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Η «μέση» απόδειξη εμφανίζεται μειωμένη, καθώς οι αγορές γίνονται πλέον με μεγαλύτερη προσοχή και σύγκριση τιμών. Παράλληλα, ενισχύεται η τάση στροφής προς μεγάλες αλυσίδες και σούπερ μάρκετ, που διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα συγκράτησης τιμών, εις βάρος μικρότερων επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, αυξάνεται η προτίμηση σε οικονομικότερες λύσεις, όπως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ενώ πολλοί καταναλωτές αλλάζουν ακόμη και σημεία αγορών στην καθημερινότητά τους.
Η αγορά κινήθηκε φέτος σε «δύο ταχύτητες»: από τη μία οι μεγάλες αλυσίδες με ανταγωνιστικές τιμές και από την άλλη τα παραδοσιακά καταστήματα – κρεοπωλεία, φούρνοι και μανάβικα – που διατηρούν υψηλότερες τιμές αλλά στηρίζονται στην ποιότητα και τη σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη.
Στο οικονομικό περιβάλλον, ο πληθωρισμός συνέχισε να επηρεάζει καθοριστικά τις αγοραστικές αποφάσεις, με τις αυξήσεις να φτάνουν το 12% στο αρνί, το 10% στα οπωροκηπευτικά και το 5% έως 8% στα υπόλοιπα είδη του πασχαλινού τραπεζιού.
Συνολικά, η πασχαλινή αγορά του 2026 ανέδειξε μια μεταβατική περίοδο για το λιανεμπόριο, με τις επιχειρήσεις να ισορροπούν ανάμεσα σε τιμές και ποιότητα, και τους καταναλωτές να υιοθετούν πιο συγκρατημένη στάση, καθώς οι 8 στους 10 δηλώνουν πλέον πιο προσεκτικοί στις αγορές τους.
