Καθώς πλησιάζει η περίοδος των καλοκαιρινών διακοπών, χιλιάδες εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα αναζητούν πληροφορίες για το επίδομα άδειας και τις αποδοχές αδείας που δικαιούνται.
Σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, όταν ένας εργαζόμενος λαμβάνει την κανονική του άδεια, δικαιούται να εισπράξει τις συνήθεις αποδοχές του, δηλαδή το ποσό που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν κανονικά κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται όλες οι τακτικές και μόνιμες παροχές που καταβάλλονται ως αντάλλαγμα της εργασίας. Ειδικότερα, συνυπολογίζονται οι αμοιβές για τακτική εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες, η τακτική υπερεργασία, καθώς και η νόμιμη τακτική υπερωρία που θα πραγματοποιούσε ο εργαζόμενος εάν δεν βρισκόταν σε άδεια.
Αντίθετα, δεν υπολογίζονται οι αμοιβές για παράνομες υπερωρίες ούτε η αναλογία των δώρων εορτών.
Πέραν των αποδοχών αδείας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται και επίδομα αδείας, το οποίο υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένα ανώτατα όρια. Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό, το επίδομα δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό του μηνιαίου μισθού τους. Για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο, ωρομίσθιο ή ποσοστά, το ανώτατο όριο αντιστοιχεί σε 13 ημερομίσθια.
Η νομοθεσία προβλέπει ότι τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα αδείας πρέπει να καταβάλλονται προκαταβολικά, κατά την έναρξη της άδειας του εργαζομένου.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο επιθυμούν να λάβουν την ετήσια άδειά τους. Ο εργοδότης οφείλει να εξετάσει το αίτημα και να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από την υποβολή του.
Σε περίπτωση λύσης της εργασιακής σχέσης, είτε λόγω απόλυσης είτε λόγω παραίτησης, πριν από τη λήψη της άδειας που αναλογεί στον εργαζόμενο, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές και το επίδομα αδείας που δικαιούται.
