Οι μεγάλες διακυμάνσεις στις επιδόσεις των Πανελλαδικών 2026 επηρεάζουν τις βάσεις και δυσκολεύουν την προετοιμασία των υποψηφίων.
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2026 κύλησαν χωρίς τις συνήθεις ενστάσεις για ασάφειες ή λάθη στα θέματα, γεγονός που καταγράφεται ως θετικό στοιχείο της φετινής διαδικασίας.
Ωστόσο, μετά την ανακοίνωση των βαθμολογιών, αναδείχθηκε ένα διαφορετικό πρόβλημα: οι μεγάλες μεταβολές στις επιδόσεις από χρονιά σε χρονιά, ιδιαίτερα στη Φυσική, οι οποίες επηρεάζουν τις βάσεις εισαγωγής, την προετοιμασία των υποψηφίων και την αξιοπιστία του συστήματος.
Η μεγάλη ανατροπή στη Φυσική
Ο μαθηματικός, ερευνητής και σύμβουλος σταδιοδρομίας Στράτος Στρατηγάκης επισημαίνει ότι στη Φυσική καταγράφηκε φέτος εντυπωσιακή αύξηση των αριστούχων.
Μετά από δύο χρονιές χαμηλών επιδόσεων, όπου το ποσοστό των υποψηφίων με βαθμολογία πάνω από 18 ήταν 7,24% το 2024 και 9,39% το 2025, το 2026 το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 30,06%.
Ο κ. Στρατηγάκης τονίζει ότι η διαφορά είναι υπερβολικά μεγάλη για να περάσει απαρατήρητη.
Όπως σημειώνει, δεν μπορεί τη μία χρονιά οι αριστούχοι να είναι κάτω από 10% και την επόμενη να προσεγγίζουν το ένα τρίτο των υποψηφίων, καθώς μια τέτοια μεταβολή δείχνει αλλαγή στο επίπεδο δυσκολίας των θεμάτων.
Δεν είναι η πρώτη φορά
Το φαινόμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά.
Υπενθυμίζει ότι το 2015 οι υποψήφιοι που έγραψαν πάνω από 18 στη Φυσική ήταν μόλις 2,40%, ενώ το 2016 ανέβηκαν στο 27,88%. Ακόμη και σε απόλυτους αριθμούς, οι αριστούχοι από 1.125 το 2015 έφτασαν τους 7.855 την επόμενη χρονιά.
Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι Πανελλαδικές είναι διαγωνισμός για συγκεκριμένο αριθμό θέσεων και ότι η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής προσαρμόζεται στη δυσκολία των θεμάτων.
Οι εκτιμήσεις για τις βάσεις 2026 και το «αγκάθι» της ΕΒΕ
Ο Στράτος Στρατηγάκης, όμως, επισημαίνει ότι οι τόσο μεγάλες διακυμάνσεις δημιουργούν σοβαρά πρακτικά προβλήματα, τόσο για τους υποψηφίους όσο και για τους εκπαιδευτικούς που τους προετοιμάζουν.
Το πρόβλημα για καθηγητές και μαθητές
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ότι οι εκπαιδευτικοί δεν γνωρίζουν με ποιο επίπεδο απαιτήσεων πρέπει να προετοιμάσουν τους μαθητές για την επόμενη χρονιά.
Όταν τα θέματα τη μία χρονιά οδηγούν σε πολύ χαμηλές επιδόσεις και την επόμενη σε πολύ υψηλό ποσοστό αριστούχων, χάνεται ο σταθερός προσανατολισμός της διδασκαλίας.
Το «πνεύμα των εξετάσεων»
Ο κ. Στρατηγάκης υποστηρίζει σε άρθρο του στη Ναυτεμπορική ότι σε κάθε εξεταστικό σύστημα τα θέματα των προηγούμενων ετών λειτουργούν ως οδηγός για διδάσκοντες και μαθητές.
Όταν, όμως, δεν υπάρχει συνέπεια στο επίπεδο δυσκολίας και στη φιλοσοφία των θεμάτων, τότε δεν υπάρχει σαφές «πνεύμα των εξετάσεων», με αποτέλεσμα να σπαταλώνται δυνάμεις από μαθητές και καθηγητές.
Οι επιπτώσεις στις βάσεις
Οι μεγάλες μεταβολές στις επιδόσεις οδηγούν αναπόφευκτα και σε αυξομειώσεις στις βάσεις εισαγωγής.
Ο κ. Στρατηγάκης επισημαίνει ότι πολλοί υποψήφιοι και γονείς κάνουν κάθε χρόνο το ίδιο λάθος: συγκρίνουν τα φετινά μόρια με τις περσινές βάσεις, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ότι οι βάσεις διαμορφώθηκαν από διαφορετικά θέματα και διαφορετικές επιδόσεις.
Γιατί η σύγκριση με τις περσινές βάσεις μπορεί να παραπλανήσει
Η σύγκριση φετινών μορίων με περσινές βάσεις δεν είναι ασφαλής, καθώς τα δύο μεγέθη δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα.
Οι βάσεις κάθε χρονιάς εξαρτώνται από τη δυσκολία των θεμάτων, τις επιδόσεις των υποψηφίων, τις δηλώσεις στο μηχανογραφικό και τη ζήτηση κάθε σχολής.
Η αποστροφή προς τη Φυσική
Ο Στράτος Στρατηγάκης συνδέει τις χρονιές με πολύ χαμηλές επιδόσεις και με τη μείωση της ζήτησης για συγκεκριμένα τμήματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Τμήματα Φυσικής, όπου το 2025 από τις 1.030 διαθέσιμες θέσεις καλύφθηκαν μόλις 346, ενώ 684 έμειναν κενές.
Η εικόνα στα Τμήματα Φυσικής ήταν τόσο έντονη, ώστε ακόμη και σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη οι κενές θέσεις ήταν περισσότερες από τους επιτυχόντες.
Ο κ. Στρατηγάκης σημειώνει ότι η μείωση της ζήτησης παρατηρείται γενικότερα στις καθηγητικές σχολές, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό με τα Τμήματα Φυσικής.
Το ενδεχόμενο ένταξης των Τμημάτων Φυσικής και στο 3ο Πεδίο
Η μεγάλη έλλειψη φοιτητών οδηγεί, σύμφωνα με την ανάλυση, τα Τμήματα Φυσικής να ζητούν την ένταξή τους και στο 3ο Επιστημονικό Πεδίο των Επιστημών Υγείας από το 2027.
Στόχος θα είναι να αυξηθεί η δεξαμενή των υποψηφίων και να καλυφθούν περισσότερες θέσεις.
Ο κίνδυνος φοιτητών δύο ταχυτήτων
Ο κ. Στρατηγάκης προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να δημιουργήσει φοιτητές δύο ταχυτήτων.
Από τη μία θα βρίσκονται οι υποψήφιοι που έχουν διδαχθεί Μαθηματικά και από την άλλη εκείνοι που δεν θα έχουν το ίδιο υπόβαθρο, παρότι τα Μαθηματικά αποτελούν βασικό εργαλείο για τη Φυσική.
Το ζήτημα της ΕΒΕ και της βάσης μετεγγραφής
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η πιθανή διαφοροποίηση έρχεται σε αντίθεση με τη λογική της βάσης μετεγγραφής, η οποία θεσπίστηκε για να υπάρχει μεγαλύτερη ομοιογένεια μεταξύ των φοιτητών.
Παράλληλα, θέτει υπό αμφισβήτηση και τη λογική της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, που έχει ως στόχο να μην εισάγονται στα ΑΕΙ φοιτητές χωρίς το απαιτούμενο υπόβαθρο.
Ο Στράτος Στρατηγάκης επισημαίνει ότι αντίστοιχο πρόβλημα διακυμάνσεων δεν υπάρχει μόνο στη Φυσική.
Στην Οικονομία, το 2025 καταγράφηκε πολύ μεγάλος αριθμός αριστούχων, ο οποίος το 2026 μειώθηκε περισσότερο από το μισό, επηρεάζοντας αντίστοιχα και την εικόνα των βάσεων στο 4ο Επιστημονικό Πεδίο.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι τα θέματα των Πανελλαδικών πρέπει να οδηγούν σε πιο ομαλή κατανομή των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα.
Όπως σημειώνει ο κ. Στρατηγάκης, είναι παράλογο τη μία χρονιά οι αριστούχοι στη Φυσική να είναι 9,39% και την αμέσως επόμενη να φτάνουν στο 30,06%.
Η παρέμβαση του Στράτου Στρατηγάκη δεν αμφισβητεί την ομαλή διεξαγωγή των φετινών εξετάσεων, αλλά θέτει ζήτημα συνέπειας και σταθερότητας στο επίπεδο των θεμάτων.
Η ισορροπία στη δυσκολία των εξετάσεων θεωρείται κρίσιμη, ώστε οι υποψήφιοι να γνωρίζουν πώς να προετοιμαστούν, οι καθηγητές να έχουν σαφή κατεύθυνση στη διδασκαλία και οι βάσεις να μη μεταβάλλονται απότομα λόγω ασυνέπειας στο επίπεδο δυσκολίας.
iPaidia.gr
