Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Επιστολή των επαγγελματιών της εστίασης προς τον πρωθυπουργό για δίκαιο, ανταγωνιστικό και βιώσιμο φορολογικό πλαίσιο


Τέσσερις προτάσεις της ΠΟΕΣΕ σε επιστολή της στον Πρωθυπουργό για δίκαιο, ανταγωνιστικό και βιώσιμο φορολογικό πλαίσιο στην εστίαση.

Τις προτάσεις της για τη στήριξη της ελληνικής εστίασης και την αποκατάσταση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας του κλάδου κατέθεσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ)  με επιστολή της προς τον  Πρωθυπουργό  Κυριάκο Μητσοτάκη.

Με αφορμή την αποτίμηση του κυβερνητικού έργου από το 2019 μέχρι σήμερα, με κεντρικό μήνυμα «Το είπαμε, το κάναμε»,  της κυβέρνησης,  η ΠΟΕΣΕ επισημαίνει  ότι υπάρχει μία σημαντική προεκλογική δέσμευση που δεν υλοποιήθηκε και αφορά έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα την εστίαση.

Όπως αναφέρει η ΠΟΕΣΕ στο επίσημο κυβερνητικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας το 2019, αλλά και στις δημόσιες τοποθετήσεις αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι η χώρα θα οδηγηθεί σταδιακά σε δύο βασικούς συντελεστές ΦΠΑ, 22% και 11%, ενώ η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση παρουσιαζόταν ως αποδεδειγμένο παράδειγμα καλής φορολογικής πολιτικής.

Ειδικότερα η κυβέρνηση αναφερόταν χαρακτηριστικά  «…το δοκιμάσαμε το 2013-2014, όταν μειώσαμε τον ΦΠΑ στην εστίαση και είδαμε ότι τελικά δεν είχαμε απώλειες εσόδων, όπως κάποιοι προέβλεπαν. Το ίδιο εκτιμώ ότι θα γίνει και τώρα.» Η συγκεκριμένη δέσμευση, δυστυχώς, δεν υλοποιήθηκε επισημαίνει η ΠΟΕΣΕ  και αντί της σταδιακής μείωσης των συντελεστών ΦΠΑ, από το 2024 σημαντικό μέρος της εστίασης επανήλθε στον συντελεστή 24%, με αποτέλεσμα ο κλάδος να εξακολουθεί να λειτουργεί το 2026 με φορολογικές επιβαρύνσεις που θεσπίστηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων.

Η ιστορική εξέλιξη του ΦΠΑ στην εστίαση αποδεικνύει ότι από το 1992 έως το 2011, όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις διατήρησαν την εστίαση αποκλειστικά σε μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ (8%–13%), αναγνωρίζοντας τη συμβολή της:

- στην απασχόληση
- στον τουρισμό
- στην περιφερειακή ανάπτυξη
- στα δημόσια έσοδα

Η περίοδος των μνημονίων οδήγησε στην επιβολή των υψηλών συντελεστών 23% και στη συνέχεια 24%, ως έκτακτο δημοσιονομικό μέτρο.

Σήμερα όμως, το 2026, η χώρα έχει εξέλθει των μνημονίων, η οικονομία παρουσιάζει σημαντική υπεραπόδοση και δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος για ουσιαστικές φορολογικές παρεμβάσεις.

Παρόλα αυτά, η ελληνική εστίαση όπως τονίζει η ΠΟΕΣΕ  εξακολουθεί να λειτουργεί με μνημονιακούς φορολογικούς συντελεστές, οι οποίοι αποτελούν τους υψηλότερους των τελευταίων 35 ετών.

Παράλληλα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στην εστίαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές, αναγνωρίζοντας τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του κλάδου.

Ο κλάδος της εστίασης βρίσκεται αντιμέτωπος με μία εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφονται 15 συνεχόμενοι μήνες μείωσης του κύκλου εργασιών, ενώ:

- το συνολικό λειτουργικό κόστος έχει αυξηθεί κατά περίπου 40%
- οι πρώτες ύλες εξακολουθούν να επιβαρύνονται σημαντικά
-το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος αυξάνεται με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών

Η πραγματικότητα αυτή περιορίζει σημαντικά τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής εστίασης.


Στην επιστολή της   ΠΟΕΣΕ αναφέρει ότι « διαχρονικά, επιλέγει να τεκμηριώνει τις θέσεις της με στοιχεία και προτάσεις, επιδιώκοντας ένα δίκαιο, σταθερό και ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον».


Με γνώμονα αυτή τη λογική, καταθέτει τις ακόλουθες προτάσεις για:


Μόνιμη καθιέρωση ενιαίου ΦΠΑ 13% σε όλη την εστίαση (πλην αλκοολούχων), με μόνιμη εφαρμογή ενιαίου συντελεστή 13% σε όλα τα προϊόντα της εστίασης, εξαιρουμένων των αλκοολούχων ποτών και εφαρμογή πιλοτικού συντελεστή 6% για το πρώτο εξάμηνο του 2027

Κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ. Ο ΕΦΚ στον καφέ αποτελεί έναν καθαρά μνημονιακό φόρο, ο οποίος εξακολουθεί να επιβαρύνει άμεσα τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο καφές επιβαρύνεται ταυτόχρονα με Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και με ΦΠΑ 13%, δημιουργώντας μία πρωτοφανή, διπλή φορολογική επιβάρυνση σε ένα από τα πλέον διαδεδομένα προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης.

3. Εξαίρεση του Delivery και των Ηλεκτρονικών παραγγελιών, από τον φόρο παρεπιδημούντων 0,5% ή 0,75%. Ζητείται η εξαίρεση από τον φόρο παρεπιδημούντων του κύκλου εργασιών που προέρχεται από: delivery, τηλεφωνικές παραγγελίες, ηλεκτρονικές παραγγελίες, ψηφιακές πλατφόρμες Οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν αποτελούν επιτόπια κατανάλωση ούτε συνδέονται με χρήση δημοτικών υποδομών. Η διατήρηση της επιβάρυνσης δημιουργεί φορολογική στρέβλωση και αυξάνει αδικαιολόγητα το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

4. Κατάργηση ασφαλιστικών εισφορών στις προσαυξήσεις Κυριακών, αργιών και νυχτερινής εργασίας
Η πρόσφατη ασφαλιστική μεταρρύθμιση αναγνώρισε ότι οι προσαυξήσεις αποδοχών δεν πρέπει να επιβαρύνονται με πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.Η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμοστεί για όλες τις συμβάσεις, πλήρους, μερικής ή ορισμένου χρόνου. Η εργασία: τις Κυριακές, τις αργίες, τις νυχτερινές ώρες δεν αποτελεί έκτακτο φαινόμενο αλλά βασικό χαρακτηριστικό λειτουργίας της εστίασης.
Η απαλλαγή των συγκεκριμένων προσαυξήσεων από ασφαλιστικές εισφορές θα μειώσει το μη μισθολογικό κόστος, θα ενισχύσει τη δηλωμένη εργασία και θα στηρίξει τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, χωρίς να μειώσει τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων.


Το 2019 η κυβέρνηση  υποστήριξε δημόσια ότι η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση αποτελεί εργαλείο ανάπτυξης και όχι δημοσιονομικό κόστος, επικαλούμενος μάλιστα την επιτυχημένη εμπειρία του 2013–2014. Σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, τα δεδομένα της αγοράς, η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας και η ανάγκη στήριξης μιας από τις μεγαλύτερες παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας καθιστούν περισσότερο επίκαιρη από ποτέ την υλοποίηση εκείνης της δέσμευσης.

Η Ελληνική Εστίαση  και η ΠΟΕΣΕ δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση αλλά ένα δίκαιο, ανταγωνιστικό και βιώσιμο φορολογικό πλαίσιο, αντίστοιχο με αυτό που ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες καθώς και τη διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να επενδύσουν, να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας, να συγκρατήσουν τις τιμές και να συνεχίσουν να αποτελούν βασικό πυλώνα του ελληνικού τουρισμού και της εθνικής οικονομίας.