Πρόστιμα, αποζημιώσεις και αυστηρότεροι έλεγχοι για τις επιχειρήσεις που παραβιάζουν την αρχή της ίσης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών προβλέπει το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας με τίτλο «Ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις – Ενσωμάτωση Οδηγίας (Ε.Ε.) 2023/970».
Γράφει η Αλεξάνδρα Κλειδαρά
Το νομοσχέδιο βασίζεται σε σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, φιλοδοξεί να περιορίσει τις αδικαιολόγητες μισθολογικές διακρίσεις και να ενισχύσει την ισότητα στην αγορά εργασίας. Βασική της αρχή είναι ότι οι αποδοχές ενός εργαζομένου πρέπει να καθορίζονται από την αξία της εργασίας, τα προσόντα και τις δεξιότητές του και όχι από το φύλο του.
Παρά το γεγονός ότι η ίση αμοιβή μεταξύ ανδρών και γυναικών κατοχυρώνεται εδώ και χρόνια από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, το μισθολογικό χάσμα εξακολουθεί να υπάρχει τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, οι γυναίκες εξακολουθούν να λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές σε σχέση με τους άνδρες, ακόμη και όταν εργάζονται σε αντίστοιχες θέσεις. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η θεωρητική κατοχύρωση της ισότητας δεν αρκεί από μόνη της και ότι απαιτούνται πιο αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου και εφαρμογής.
Το νέο νομοσχέδιο επιχειρεί να αλλάξει ουσιαστικά το τοπίο στην αγορά εργασίας, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη διαφάνεια. Για πρώτη φορά, οι εργαζόμενοι αποκτούν το δικαίωμα να ζητούν πληροφορίες όχι μόνο για το προσωπικό επίπεδο αμοιβής τους, αλλά και για τις μέσες αποδοχές ανδρών και γυναικών που εργάζονται σε ίδιες ή ισάξιες θέσεις μέσα στην ίδια επιχείρηση. Μέχρι σήμερα, οι μισθοί λειτουργούσαν συχνά ως ένα «κλειστό σύστημα», στο οποίο οι εργαζόμενοι δεν είχαν σαφή εικόνα για το αν υπήρχαν αδικαιολόγητες αποκλίσεις στις αποδοχές.
Σημαντικές αλλαγές προβλέπονται και στις διαδικασίες πρόσληψης. Οι εργοδότες θα είναι πλέον υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τους υποψηφίους για το μισθολογικό εύρος ή την αμοιβή της θέσης πριν ακόμη πραγματοποιηθεί η συνέντευξη εργασίας. Παράλληλα, δεν θα επιτρέπεται να ζητούν πληροφορίες σχετικά με τον προηγούμενο μισθό ενός υποψηφίου, μια πρακτική που θεωρείται ότι συχνά αναπαράγει παλιές ανισότητες και επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες εργαζόμενες.
Το νομοσχέδιο ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι η αρχή της ίσης αμοιβής δεν καταργεί την αξιοκρατία. Διαφορετικές αποδοχές μπορούν να δικαιολογούνται όταν βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως η εμπειρία, τα ακαδημαϊκά προσόντα, η απόδοση ή οι αυξημένες επαγγελματικές ευθύνες. Στόχος του νέου πλαισίου δεν είναι η απόλυτη εξίσωση των μισθών, αλλά η εξάλειψη των αδικαιολόγητων διαφορών που σχετίζονται αποκλειστικά με το φύλο.
Κεντρικό ρόλο στην εφαρμογή του νέου πλαισίου θα έχει ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος αποκτά ενισχυμένες αρμοδιότητες ελέγχου και παρέμβασης σε περιπτώσεις πιθανών διακρίσεων. Παράλληλα, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις θα υποχρεώνονται να παρακολουθούν και να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αν εντοπίζονται σημαντικές αποκλίσεις χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να προχωρούν σε διορθωτικά μέτρα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην προστασία των εργαζομένων που θεωρούν ότι υφίστανται διάκριση. Οι εργαζόμενοι θα μπορούν να προσφεύγουν στην Επιθεώρηση Εργασίας, στον Συνήγορο του Πολίτη ή στη δικαιοσύνη, ενώ παραμένει σε ισχύ η πρόβλεψη ότι, όταν υπάρχουν ενδείξεις διάκρισης, το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στον εργοδότη. Αν αποδειχθεί αδικαιολόγητη μισθολογική διάκριση, προβλέπονται πλήρεις αποζημιώσεις, αναδρομικές αποδοχές, ακόμη και πρόστιμα προς τις επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να διατηρήσει ισορροπίες και για τις επιχειρήσεις. Προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση στοιχείων όταν τα αιτήματα θεωρούνται καταχρηστικά ή επαναλαμβανόμενα, ενώ παράλληλα θεσπίζονται κανόνες εμπιστευτικότητας για τη διαχείριση των μισθολογικών δεδομένων.
Συνολικά, το νομοσχέδιο αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια εκσυγχρονισμού της αγοράς εργασίας και ενίσχυσης της ισότητας. Η αποτελεσματικότητά του, ωστόσο, θα κριθεί στην πράξη, από το κατά πόσο οι νέοι κανόνες θα εφαρμοστούν ουσιαστικά και θα οδηγήσουν σε μια πιο δίκαιη εργασιακή πραγματικότητα, όπου οι αμοιβές θα καθορίζονται από την αξία της εργασίας και όχι από στερεότυπα ή διακρίσεις.
dnews.gr
