Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Το «τρίγωνο των Βερμούδων» τράπεζες, servicers και «Ηρακλής» που καταπίνει τους δανειολήπτες


Ένα «χρυσωρυχείο» που βασίζεται στα κόκκινα δάνεια και την εγγύηση του ελληνικού Κράτους έχουν δημιουργήσει στην Ελλάδα οι μεγάλες ευρωπαϊκές πτωχευτικές εταιρείες, σε αγαστή συνεργασία με τις ελληνικές τράπεζες. Μόνο που τα κέρδη του χρυσωρυχείου, που στηρίζονται στα έσοδα των κόκκινων δανείων από ρυθμίσεις και πλειστηριασμούς και τις αμοιβές διαχείρισης, διοχετεύονται κυρίως στο εξωτερικό.

Η «μηχανή» των κερδών στηρίζεται στις Εισπρακτικές Εταιρείες (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων ή servicers) τις οποίες δημιούργησαν οι συστημικές τράπεζες σε συνεργασία με μεγάλες πτωχευτικές εταιρείες: τη Σουηδική Intrum που συνεργάζεται με την Τράπεζα Πειραιώς, την ιταλική doValue που συνδέεται με την Eurobank και την Cepal που συνδέεται με την βρετανική θυγατρική της Αμερικανικής Davidson Kempner και την Alpha Bank. Η doValue Greece διαχειρίζεται επίσης κόκκινα δάνεια της Εθνικής Τράπεζας ενώ Bain Capital Credit είναι επενδυτής στα κόκκινα δάνεια της τελευταίας.

Τα περιθώρια κέρδους των servicers ξεπερνούν το 50% και είναι όχι απλώς από τα μεγαλύτερα σε όλη την Ευρώπη αλλά ακούγονται και εξωπραγματικά για «κανονικές» αγορές: 46% για την Cepal, 51,2% για την doValue και 61,5% για την Intrum.

Η Intrum Hellas ανακοίνωσε για το 2025 κέρδη προ φόρων 79 εκατ. ευρώ (81 εκατ. το 2024) και καθαρά κέρδη 60,6 εκατ. ευρώ. Μέσα σε τέσσερα χρόνια η Intrum Hellas μοίρασε 120 εκατ. ευρώ στην Τράπεζα Πειραιώς και 478 εκατ. στη σουηδική μητρική, η οποία βρισκόταν σε διαδικασία πτώχευσης (αναδιάρθρωση χρέους) και στην ουσία διασώθηκε χάρη στα ελληνικά κόκκινα δάνεια. Η doValue Greece , το ελληνικό κομμάτι της ιταλικής μητρικής, έχει περιθώριο κέρδους 51% (EBITDA), ενώ η ιταλική ομοειδής εταιρεία του ομίλου έχει 36% και η ισπανική 8%. Ο βασικό κορμός της κερδοφορίας της ιταλικής doValue αντλείται από την Ελλάδα και τα κόκκινα δάνεια των Ελλήνων.

Τα κέρδη αυτά βασίζονται σε ένα ολιγοπώλιο και στην ουσία τριγωνικών και αδιαφανών συναλλαγών, μεταξύ των ελληνικών συστημικών τραπεζών, των τριών ευρωπαϊκών εταιρειών (Intrum, doValue, Cepal) και των θυγατρικών τους στην Ελλάδα, που είναι οι τρεις ομώνυμοι servicers. Οι θυγατρικές αυτές ιδρύθηκαν για να διαχειριστούν τα κόκκινα δάνεια, ενώ την ίδια στιγμή οι μητρικές εταιρείες απέκτησαν κάποια από τα ομόλογα που προήλθαν από την τιτλοποίηση των κόκκινων δανείων, κυρίως εκείνα που είναι χαμηλής ποιότητας. Τα ομόλογα υψηλής ποιότητας πήγαν στις τράπεζες, οι οποίες έτσι καθάρισαν τους ισολογισμούς τους από τα κόκκινα δάνεια, αλλά συνεχίζουν να επωφελούνται αφού εισπράττουν κι αυτές μερίσματα από τα έσοδα των ρυθμίσεων και των πλειστηριασμών.

Όλο το σύστημα βασίστηκε στις εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου, που δόθηκαν με το σχήμα «Ηρακλής» για να καταστεί εφικτή η τιτλοποίηση με την οποία τα κόκκινα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν ως ενέχυρο για τα ομόλογα.

Οι εγγυήσεις αυτές μάλιστα εκτείνονται σε βάθος χρόνου, μέχρι το 2081, όπως έγραψε η Εφημερίδα των Συντακτών, αφού τότε λήγουν τα τελευταία από τα εγγυημένα ομόλογα του «Ηρακλή», ποη σημαίνει ότι η «μηχανή» του χρυσωρυχείου έχει πολύ δρόμο μπροστά της. Μέσω των 23 τιτλοποιήσεων που έγιναν χάρη στις κρατικές εγγυήσεις, οι τράπεζες μεταβίβασαν δάνεια σε εταιρείες ειδικού σκοπού (SPVs – DAC), στην πραγματικότητα «εταιρείες σφραγίδες» με έδρα την Ιρλανδία και πλήρη αδιαφάνεια, η οποία μπορεί να κρύβει τους πραγματικούς μετόχους των funds. Χαρακτηριστικό είναι ότι και οι 12 εταιρείες SPV της Πειραιώς και της Eurobank έχουν τον ίδιο μέτοχο: την Wilmington Trust SP Services Limited, θυγατρική της αμερικανικής M&T Bank Corporation. Η αδιαφάνεια είναι εγγενής σε εταιρείες τέτοιου είδους και καθιστά δυσχερή οποιαδήποτε απόπειρα των δανειοληπτών να διαπραγματευτούν ή να αμφισβητήσουν τους πραγματικούς δικαιούχους.

Το επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας του μηχανισμού αυτού ήταν ότι οι servicers θα πετύχαιναν ταχύτερες και πιο αποτελεσματικές ρυθμίσεις από ό,τι οι τράπεζες. Όμως τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, δείχνουν μεγάλη υστέρηση. Στο τέλος του 2025, μόνο το 21,3% των δανείων που διαχειρίζονταν οι servicers για λογαριασμό funds είχαν περάσει σε κάποια μορφή ρύθμισης. Την ίδια στιγμή το απόθεμα των δανείων που διαχειρίζονται οι servicers για λογαριασμό των funds αυξήθηκε και έφτασε τα 81,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, ενώ η συνολική αξία των υπό διαχείριση ανοιγμάτων διαμορφώθηκε στα 91,5 δισ. Ευρώ

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος οι 17 διαχειριστές πιστώσεων είχαν στο τέλος του 2025 συνολικό ενεργητικό 1,3 δισ. ευρώ και ίδια κεφάλαια 614 εκατ. ευρώ, από 739 εκατ. ευρώ ένα χρόνο πριν. Η πτώση των ιδίων κεφαλαίων οφείλεται στις υψηλές μερισματικές διανομές προς τους μετόχους, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, κατά το 80% πήγαν στο εξωτερικό. .

Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους για το σύνολο του κλάδου διαμορφώθηκαν σε 126 εκατ. ευρώ το 2025. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συγκέντρωση. Οι τρεις μεγάλοι, Intrum, doValue και Cepal, ελέγχουν το 84,8% της αγοράς. Μια ολιγοπωλιακή δομή όπου λίγοι παίκτες απολαμβάνουν τεράστια συγκέντρωση, ειδική πληροφόρηση και υψηλή διαπραγματευτική ισχύ.

Κι όλα αυτά πάνω στο υπόστρωμα των κόκκινων δανείων, τα οποία οι «γνωστοί – άγνωστοι» ιδιοκτήτες αγόρασαν σε κλάσμα της ονομαστικής τιμής και πιέζουν τους δανειολήπτες για είσπραξη του συνόλου με την απειλή του πλειστηριασμού.

Το κράτος έχει βάλει την εγγύηση, οι τράπεζες έχουν καθαρίσει τους ισολογισμούς τους, οι μεγάλοι servicers εμφανίζουν προκλητικά περιθώρια κέρδους , ενώ ο δανειολήπτης βρίσκεται απέναντι σε έναν αδιαφανή μηχανισμό που ούτε λογοδοτεί επαρκώς ούτε προχωρά με τον ρυθμό που θα δικαιολογούσαν αυτά τα κέρδη.


iEidiseis.gr