Το μυθιστόρημα του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού θαύματος με το ευτυχισμένο τέλος για την Ελλάδα- Από την αμφισβήτηση του Ρεχάγκελ στον θρίαμβο του Ντα Λουζ και την αποθέωση στο Καλλιμάρμαρο.
Γράφει ο Μίλτος Τσεκούρας
Λισαβόνα, 4 Ιουλίου 2004. Η λήξη του τελικού του EURO 2004 στο Ντα Λουζ βρήκε την Πορτογαλία σοκαρισμένη και την Ελλάδα πρωταθλήτρια Ευρώπης. Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου είχε συντελεστεί.
Μπορεί λίγα χρόνια νωρίτερα η Δανία, το 1992, να είχε καταφέρει να ανέβει στην κορυφή της Ευρώπης εκμεταλλευόμενη την αποβολή τότε τη Γιουγκοσλαβίας, αλλά το ελληνικό θαύμα δεν έμοιαζε με κανένα ακόμα και έως σήμερα.
Το 1–0 με το γκολ του Άγγελου Χαριστέα στο 57ο λεπτό του τελικού είχε γράψει ιστορία. Η οικοδέσποινα και μεγάλο φαβορί Πορτογαλία νικήθηκε από τα παιδιά του Ότο Ρεχάγκελ. Του πιο αγαπημένου Γερμανού για όλους τους Έλληνες. Όταν ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη, η αντίθεση στις δύο πλευρές του γηπέδου ήταν απόλυτη.
Οι Έλληνες ποδοσφαιριστές κινήθηκαν προς το κέντρο πανηγυρίζοντας. Ο Χαριστέας δάκρυζε, ο Δέλλας έπεσε στο χορτάρι, ενώ ο αρχηγός Θοδωρής Ζαγοράκης παρέμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος πριν συμμετάσχει στους πανηγυρισμούς.
Στην απέναντι πλευρά, ο νεαρός Κριστιάνο Ρονάλντο, μόλις 19 ετών, δεν μπόρεσε να κρύψει την απογοήτευση του. Έκρυψε το πρόσωπό του στη φανέλα και ξέσπασε σε λυγμούς. Ήταν η δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα που η Ελλάδα νικούσε τους Πορτογάλους και γκρέμιζε το μεγάλο όνειρο τους για την κατάκτηση του τροπαίου μέσα στην έδρα τους.
Λίγο πιο πίσω στεκόταν ο Εουσέμπιο. Ο άνθρωπος που είχε ταυτίσει το όνομά του με το πορτογαλικό ποδόσφαιρο παρακολουθούσε σιωπηλός τις εικόνες που εκτυλίσσονταν μπροστά του. Η απογοήτευση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Είχε πιστέψει όσο λίγοι ότι είχε έρθει η στιγμή να δει την πατρίδα του να σηκώνει για πρώτη φορά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Αντί γι' αυτό, γινόταν μάρτυρας ενός από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά θαύματα που είχαν καταγραφεί ποτέ.
Στις εξέδρες, περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες Πορτογάλοι φίλαθλοι έμεναν ακίνητοι. Ανάμεσά τους, λίγες χιλιάδες Έλληνες πανηγύριζαν ξέφρενα, τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Κανείς δεν τους είχε υπολογίσει πριν από την έναρξη της διοργάνωσης. Κανείς δεν τους είχε τοποθετήσει ανάμεσα στα φαβορί. Οι περισσότερες στοιχηματικές εταιρείες έδιναν αποδόσεις που ξεπερνούσαν το 100 προς 1 για την κατάκτηση του τροπαίου από την Ελλάδα. Κι όμως, εκείνο το βράδυ, όλοι ήταν αναγκασμένοι να υποκλιθούν.
Λίγα λεπτά αργότερα, οι διεθνείς ανέβηκαν τα σκαλιά που οδηγούσαν στο βάθρο της απονομής. Ένας ένας περνούσαν μπροστά από τους επίσημους για να παραλάβουν το μετάλλιό τους. Όταν ο Θοδωρής Ζαγοράκης σήκωσε το ασημένιο τρόπαιο στον ουρανό της Λισαβόνας, τα πυροτεχνήματα φώτισαν τον πορτογαλικό ουρανό και η εικόνα ταξίδεψε σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Η δικαίωση για τους Πορτογάλους θα έρχονταν το 2016 όταν θα πλήρωναν με το ίδιο νόμισμα στον τελικό την οικοδέσποινα Γαλλία. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και σίγουρη όχι η δική μας ιστορία...
Από την απογοήτευση στην αλλαγή
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Εθνική Ελλάδας δεν αποτελούσε ποδοσφαιρική δύναμη στην ευρωπαϊκή σκηνή. Η παρουσία της σε μεγάλες διοργανώσεις ήταν σπάνια και σχεδόν πάντα συνδεδεμένη με απογοητεύσεις. Από το 1980, όταν συμμετείχε για πρώτη φορά σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, μέχρι το Μουντιάλ του 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα της ομάδας χαρακτηριζόταν από ασυνέπεια και έλλειψη αγωνιστικής ταυτότητας.
Η εμπειρία του 1994 ήταν ιδιαίτερα βαριά. Τρεις ήττες, μηδέν βαθμοί και συνολικά δέκα γκολ παθητικό. Η Ελλάδα επέστρεψε από τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να έχει αφήσει θετικό αποτύπωμα, ενώ η διεθνής κοινή γνώμη την αντιμετώπισε περισσότερο ως φτωχό συγγενή παρά ως ανταγωνιστική ομάδα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν έφεραν ουσιαστική πρόοδο. Η τεχνική ηγεσία άλλαζε συχνά, η ομάδα δεν κατάφερνε να αποκτήσει σταθερό κορμό και το αγωνιστικό της προφίλ παρέμενε θολό. Παρά την ύπαρξη ποδοσφαιριστών με ποιότητα σε συλλογικό επίπεδο, η εθνική ομάδα δεν μπορούσε να μετατρέψει το ατομικό ταλέντο σε συλλογικό αποτέλεσμα.
Η άφιξη του Ότο Ρεχάγκελ
Το καλοκαίρι του 2001, η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία προχώρησε σε μια επιλογή που τότε προκάλεσε συζητήσεις, την πρόσληψη του Ότο Ρεχάγκελ. Ο Γερμανός τεχνικός δεν ήταν άγνωστος στην Ευρώπη. Είχε ήδη κατακτήσει τίτλους με τη Βέρντερ Βρέμης και είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο επιτυχίας του γερμανικού ποδοσφαίρου. Όμως ο Γερμανός τότε ουσιαστικά αυτοπροτάθηκε για τη θέση και πήρε την δουλειά χωρίς να υπάρχουν μεγάλες απαιτήσεις
Η επιλογή του βασίστηκε σε ένα βασικό ζητούμενο, τη σταθερότητα. Ο Ρεχάγκελ δεν υποσχέθηκε άμεσα αποτελέσματα. Δεν μίλησε για πρόκριση σε τελικές φάσεις ούτε για μεγάλες επιτυχίες. Αντίθετα, ζήτησε χρόνο, συνέπεια και απόλυτη πειθαρχία.
Σε πρώτη φάση, άλλαξε τη δομή λειτουργίας της ομάδας. Έδωσε έμφαση στη συνοχή, στην αμυντική οργάνωση και στη σωστή τοποθέτηση στο γήπεδο. Η φιλοσοφία του δεν βασιζόταν στην ατομική έμπνευση, αλλά στη συλλογική λειτουργία.
Η αλλαγή νοοτροπίας
Το πιο σημαντικό στοιχείο που έφερε ο Ρεχάγκελ δεν ήταν μόνο τα συστήματα ή οι τακτικές. Ήταν η αλλαγή νοοτροπίας. Οι διεθνείς άρχισαν να λειτουργούν με βάση έναν κοινό κανόνα, κανείς δεν ήταν πιο σημαντικός από την ομάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο, παίκτες όπως ο Θοδωρής Ζαγοράκης, ο Αντώνης Νικοπολίδης, ο Τραϊανός Δέλλας, ο Άγγελος Μπασινάς και ο Γιώργος Καραγκούνης αποτέλεσαν τον πυρήνα ενός νέου μοντέλου. Δεν υπήρχαν σταρ με την κλασική έννοια του όρου. Υπήρχε ένας λειτουργικός κορμός που βασιζόταν στην πειθαρχία και στη συνέπεια. Το «My way» του Γερμανού είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν εκτός Εθνικής Ομάδας ποδοσφαιριστές όπως ο Γρηγόρης Γεωργάτος, ο Άκης Ζήκος και ο Ιεροκλής Στολτίδης.
Ο ίδιος ο Ζαγοράκης, σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, έχει αναφέρει ότι η μεγαλύτερη αλλαγή ήταν η αίσθηση ότι η ομάδα μπορούσε να σταθεί απέναντι σε οποιονδήποτε, αρκεί να ακολουθούσε το πλάνο.
Τα προκριματικά και η απρόσμενη πρόκριση στο Euro 2004
Η κλήρωση των προκριματικών για το Euro 2004 έφερε την Ελλάδα στον 6ο όμιλο μαζί με την Ισπανία, την Ουκρανία, την Αρμενία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Έναν όμιλο με ξεκάθαρη θεωρητική υπεροχή των Ισπανών, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως το βασικό φαβορί για την πρώτη θέση.
Η πρεμιέρα και η δεύτερη αγωνιστική έφεραν δύο ήττες. Η Ισπανία επικράτησε στην Αθήνα με 2–0, ενώ η Ουκρανία επιβλήθηκε στην έδρα της με το ίδιο σκορ.
Με δύο αγώνες και μηδέν βαθμούς, η Ελλάδα βρέθηκε από νωρίς σε θέση πίεσης. Το περιθώριο λάθους είχε περιοριστεί σημαντικά, και η ανάγκη για αντίδραση ήταν άμεση. Σε αυτό το σημείο, η εικόνα του ομίλου έμοιαζε να οδηγεί σε μάχη κυρίως μεταξύ Ισπανίας και Ουκρανίας για την κορυφή, με την Ελλάδα να καλείται να ανατρέψει τα δεδομένα.
Σε εκείνο το σημείο, η κριτική προς τον Ρεχάγκελ ήταν έντονη. Υπήρχαν φωνές που αμφισβητούσαν αν η επιλογή του ήταν κατάλληλη για την ελληνική πραγματικότητα. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν άλλαξε προσέγγιση. Παρέμεινε πιστός στη μεθοδικότητα και στη σταθερότητα που θεωρούσε απαραίτητες.
Η συνέχεια έδειξε πως αυτή η επιμονή αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα. Η Ελλάδα άρχισε να χτίζει αποτελέσματα, με νίκες απέναντι στη Βόρεια Ιρλανδία και την Αρμενία, ένα κρίσιμο διπλό στη Σαραγόσα απέναντι στην Ισπανία με 1-0 χάρη σε γκολ του Στέλιου Γιαννακόπουλου και, ίσως, ένα από τα πιο σημαντικά αποτελέσματα της περιόδου, η νίκη επί της Ουκρανίας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Το τελευταίο παιχνίδι απέναντι στη Βόρεια Ιρλανδία έκρινε την πρωτιά του ομίλου. Η Ελλάδα επικράτησε 1-0 και εξασφάλισε την απευθείας πρόκριση στα τελικά, αφήνοντας την Ισπανία στη δεύτερη θέση. Ήταν η πρώτη φορά που η Εθνική Ελλάδας προκρινόταν σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος μέσω προκριματικών.
Euro 2004: Η πρεμιέρα στη Λισαβόνα
Το Euro 2004 ξεκίνησε για την Ελλάδα στις 12 Ιουνίου στη Λισαβόνα, απέναντι στην οικοδέσποινα Πορτογαλία. Ήταν ένα άνοιγμα διοργάνωσης που, στα χαρτιά, έμοιαζε άνισο. Η Πορτογαλία του Λουίς Φελίπε Σκολάρι είχε παρουσιαστεί ως μία από τις ομάδες που μπορούσαν να διεκδικήσουν τον τίτλο, με παίκτες όπως ο Λουίς Φίγκο, ο Ρούι Κόστα και ο ανερχόμενος τότε Κριστιάνο Ρονάλντο.
Η Ελλάδα, αντίθετα, έφτανε στη διοργάνωση χωρίς ευρωπαϊκή εμπειρία σε τελική φάση από το 1980 και με το βάρος του αουτσάιντερ να συνοδεύει κάθε της βήμα. Ο Ότο Ρεχάγκελ, πριν τη σέντρα, είχε δώσει σαφές στίγμα της προσέγγισής του, συμπαγής άμυνα, περιορισμός των χώρων και υπομονή στο παιχνίδι χωρίς την μπάλα.
Στο Ντα Λουζ, η πίεση της έδρας ήταν εμφανής από τα πρώτα λεπτά. Η Πορτογαλία είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων, όμως η ελληνική αμυντική διάταξη λειτουργούσε με συνέπεια. Οι γραμμές ήταν κοντά, οι αποστάσεις ελεγχόμενες και κάθε προσπάθεια διείσδυσης αντιμετωπιζόταν συλλογικά.
Το πρώτο ημίχρονο κύλησε χωρίς σκορ, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ότι η Ελλάδα δεν είχε έρθει απλώς για να συμμετάσχει.
Στο 7ο λεπτό του δευτέρου ημιχρόνου, από οργανωμένη επίθεση και εκτέλεση στατικής φάσης, ο Γιώργος Καραγκούνης βρέθηκε εκτός περιοχής και με δυνατό σουτ έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα του Ρικάρντο. Ήταν το πρώτο γκολ της διοργάνωσης και ταυτόχρονα η πρώτη μεγάλη δήλωση της ελληνικής ομάδας.
Η Πορτογαλία αντέδρασε άμεσα. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο κέρδισε πέναλτι και ο Φίγκο ισοφάρισε. Το παιχνίδι φαινόταν να γυρίζει στην αναμενόμενη ισορροπία. Όμως η Ελλάδα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Από εκτέλεση κόρνερ, ο Άγγελος Μπασινάς βρήκε ξανά τον Γιώργο Καραγκούνη, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την αδράνεια της πορτογαλικής άμυνας και διαμόρφωσε το τελικό 2-1.
Η εικόνα στο τέλος του αγώνα ήταν χαρακτηριστική, οι Πορτογάλοι φίλαθλοι σιωπηλοί, οι Έλληνες στις εξέδρες σε κατάσταση έκρηξης. Η πρώτη μεγάλη έκπληξη της διοργάνωσης είχε ήδη καταγραφεί.
Η συνέχεια της πορείας
Στον δεύτερο αγώνα απέναντι στην Ισπανία, η Ελλάδα αντιμετώπισε μια ομάδα με τεχνική υπεροχή και μεγαλύτερη εμπειρία. Το αποτέλεσμα 1-1 διατηρούσε ζωντανές τις ελπίδες πρόκρισης, με τον Άγγελο Χαριστέα να δίνει ξανά λύση σε κρίσιμο σημείο.
Η τελευταία αγωνιστική απέναντι στη Ρωσία είχε χαρακτήρα τελικού. Η Ελλάδα ηττήθηκε με 2-1 από τη Ρωσία στις 20 Ιουνίου 2004 στο Στάδιο «Αλγκάρβε» της Πορτογαλίας, για την τελευταία αγωνιστική του 1ου ομίλου. Παρά το αρνητικό αποτέλεσμα, το «χρυσό» γκολ του Ζήση Βρύζα στο 44' έδωσε στην Εθνική την πολυπόθητη πρόκριση στα προημιτελικά του UEFA Euro 2004 στην ισοβαθμία με την Ισπανία.
Η Ελλάδα τερμάτισε δεύτερη στον όμιλο, πίσω από την Πορτογαλία, αλλά πάνω από την Ισπανία και τη Ρωσία. Η παρουσία της στα προημιτελικά δεν θεωρήθηκε ακόμη θαύμα από τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, η εικόνα της ομάδας είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει. Δεν ήταν πλέον μια ομάδα που συμμετείχε στη διοργάνωση. Ήταν μια ομάδα που την επηρέαζε.
Η νίκη επί της Γαλλίας
Στις 25 Ιουνίου, η Ελλάδα αντιμετώπισε τη Γαλλία του Ζινεντίν Ζιντάν, του Τιερί Ανρί και του Πατρίκ Βιεϊρά. Η Γαλλία ήταν η πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2000 και ένα από τα μεγάλα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.
Η Εθνική Ελλάδας νίκησε τη Γαλλία με 1-0 στις 25 Ιουνίου 2004, στο στάδιο «Ζοζέ Αλβαλάδ» της Λισαβόνας, για τα προημιτελικά του Euro 2004. Το "χρυσό" γκολ που έδωσε την ιστορική πρόκριση στην Ελλάδα πέτυχε με κεφαλιά ο Άγγελος Χαριστέας στο 65ο λεπτό, έπειτα από εντυπωσιακή ατομική ενέργεια και σέντρα του Θοδωρή Ζαγοράκη.
Η Γαλλία αποκλείστηκε, η Ελλάδα πέρασε στα ημιτελικά και η Ευρώπη άρχισε να αντιμετωπίζει διαφορετικά αυτό που μέχρι τότε θεωρούσε απλώς έκπληξη.
Ο ίδιος ο Ζιντάν είχε αναγνωρίσει μετά τον αγώνα ότι η Ελλάδα εκμεταλλεύτηκε πλήρως τις στιγμές της και είχε απόλυτη πειθαρχία στο παιχνίδι της.
Euro 2004: Ο ημιτελικός με την Τσεχία
Στις 1 Ιουλίου 2004, στο Ντραγκάο του Πόρτο, η Ελλάδα έφτασε σε ένα σημείο που πριν από λίγους μήνες έμοιαζε αδιανόητο. Η συμμετοχή σε ημιτελικό Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος δεν είχε προηγούμενο για την εθνική ομάδα και από μόνη της αποτελούσε ιστορική στιγμή.
Απέναντι βρισκόταν η Τσεχία. Μια ομάδα που είχε εντυπωσιάσει σε όλη τη διοργάνωση, με κορμό υψηλής ποιότητας και δημιουργίας. Πολλοί τη θεωρούσαν την πιο πλήρη ομάδα του τουρνουά.
Η Ελλάδα συνέχισε να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που είχε καθορίσει ο Ότο Ρεχάγκελ από την αρχή, χαμηλά ρίσκα, συμπαγής άμυνα, απόλυτη συγκέντρωση και εκμετάλλευση των στημένων φάσεων.
Από το ξεκίνημα, η Τσεχία είχε τον έλεγχο της κατοχής και την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η Ελλάδα υποχωρούσε οργανωμένα, διατηρώντας τις αποστάσεις της και περιορίζοντας τους χώρους ανάμεσα στις γραμμές.
Το πρώτο ημίχρονο κύλησε με ένταση αλλά χωρίς γκολ. Η τσεχική πίεση αυξανόταν όσο περνούσε η ώρα, όμως η ελληνική άμυνα παρέμενε σταθερή, με τον Αντώνη Νικοπολίδη να επεμβαίνει όποτε χρειάστηκε.
Καθώς το παιχνίδι οδηγούνταν στην παράταση, στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου της, ήρθε η φάση που έκρινε τον ημιτελικό. Σε εκτέλεση κόρνερ του Βασίλη Τσιάρτα, ο Τραϊανός Δέλλας κινήθηκε στο πρώτο δοκάρι και με κεφαλιά έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα του Πετρ Τσεχ.
Το γκολ αυτό δεν ήταν απλώς προβάδισμα. Το «ασημένιο γκολ» χάρισε στην Εθνική Ομάδα το «χρυσό» εισιτήριο για τον τελικό του EURO 2004.
Euro 2004: Ο τελικός με την Πορτογαλία
Η Λισαβόνα είχε ξαναζήσει το ίδιο παιχνίδι. Στις 4 Ιουλίου 2004, μόλις είκοσι δύο ημέρες πριν, η Ελλάδα είχε νικήσει την Πορτογαλία στην πρεμιέρα του Euro 2004. Όμως ο τελικός δεν είχε καμία σχέση με εκείνη τη βραδιά. Το διακύβευμα ήταν διαφορετικό και η πίεση ασύγκριτη. Ενα πραγματικό ραντεβού με την ιστορία και για τις 2 ομάδες.
Στο Ντα Λουζ, η ατμόσφαιρα πριν τη σέντρα ήταν ηλεκτρισμένη. Περισσότεροι από 60.000 Πορτογάλοι φίλαθλοι είχαν γεμίσει το γήπεδο, περιμένοντας τη στιγμή που η εθνική τους ομάδα θα κατακτούσε για πρώτη φορά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
Η Ελλάδα έμπαινε στον αγωνιστικό χώρο χωρίς τον τίτλο του φαβορί, αλλά με κάτι που είχε χτίσει σε όλη τη διοργάνωση, αγωνιστική συνέπεια και απόλυτη πειθαρχία στο πλάνο του Ότο Ρεχάγκελ.
Η Πορτογαλία ξεκίνησε με κατοχή και πίεση. Ο Λουίς Φελίπε Σκολάρι είχε ζητήσει ένταση από τα πρώτα λεπτά, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τον ενθουσιασμό της έδρας. Η Ελλάδα, όμως, διατήρησε τη γνωστή της δομή. Χαμηλά μέτρα, συμπαγής άμυνα, περιορισμός χώρων. Ο Αντώνης Νικοπολίδης «καθάριζε» στις εξόδους, ενώ η τετράδα της άμυνας λειτουργούσε με απόλυτο συγχρονισμό.
Οι Πορτογάλοι έφταναν στην περιοχή, αλλά σπάνια δημιουργούσαν καθαρές ευκαιρίες. Το πρώτο ημίχρονο ολοκληρώθηκε χωρίς γκολ, και αυτό μέσα στην πίεση του τελικού λειτουργούσε ήδη υπέρ της Ελλάδας.
Στο 57ο λεπτό, από εκτέλεση κόρνερ του Άγγελου Μπασινά, η μπάλα κατέληξε στην καρδιά της πορτογαλικής άμυνας. Ο Άγγελος Χαριστέας σηκώθηκε πιο ψηλά από όλους και με κεφαλιά έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα του Ρικάρντο.
Το 0-1 πάγωσε το Ντα Λουζ. Δεν επρόκειτο απλώς για ένα γκολ. Ήταν η ολοκλήρωση ενός αγωνιστικού σχεδίου που είχε στηριχθεί στην υπομονή, στις στατικές φάσεις και στην απόλυτη συγκέντρωση.
Μετά το γκολ, η Πορτογαλία αύξησε την πίεση. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο προσπάθησε επανειλημμένα να διασπάσει την ελληνική άμυνα, χωρίς όμως να βρει καθαρό χώρο. Ο Ρουί Κόστα δοκίμαζε κάθετες πάσες, αλλά η ελληνική αμυντική λειτουργία παρέμενε σταθερή.
Στο τέλος, η εικόνα που έμεινε στην ιστορία ήταν διπλή. Από τη μία, τα δάκρυα του νεαρού Ρονάλντο. Από την άλλη, η σιωπηλή συγκίνηση του Εουσέμπιο, που παρακολουθούσε την ήττα της Πορτογαλίας στον τελικό που ονειρευόταν ολόκληρο το έθνος.
Ο «βασιλιάς» Ότο Ρεχάγκελ
Αν η πορεία της Ελλάδας στο Euro 2004 μοιάζει με οργανωμένο ποδοσφαιρικό σχέδιο που εκτελέστηκε με ακρίβεια, τότε το πρόσωπο που βρίσκεται στο κέντρο του είναι ο Ότο Ρεχάγκελ. Ο Γερμανός τεχνικός δεν αντιμετώπισε ποτέ την εθνική ομάδα ως ένα σύνολο που έπρεπε να μεταμορφωθεί θεαματικά. Τη θεώρησε ένα υλικό που έπρεπε να οργανωθεί, να πειθαρχήσει και να λειτουργήσει με σαφείς κανόνες.
Η προσέγγισή του δεν στηρίχθηκε στην ποδοσφαιρική φιλοσοφία της υπεροχής, αλλά στη φιλοσοφία της ισορροπίας. Από τις πρώτες κιόλας συγκεντρώσεις, έδωσε σαφή κατεύθυνση. Η εθνική ομάδα δεν θα λειτουργούσε με βάση το ταλέντο του κάθε παίκτη ξεχωριστά, αλλά με βάση τη συνολική της δομή.
Η αμυντική λειτουργία αποτέλεσε τον πυρήνα της δουλειάς του. Οι αποστάσεις, η κάλυψη χώρων και η συνεργασία μεταξύ των γραμμών έγιναν καθημερινό αντικείμενο προπόνησης. Οι ποδοσφαιριστές έμαθαν να κινούνται ως ενιαίο σύνολο, μειώνοντας στο ελάχιστο τα κενά.
Παρά τη φήμη του αυστηρού προπονητή, ο Ρεχάγκελ κατάφερε να δημιουργήσει ισχυρό δεσμό εμπιστοσύνης με τους ποδοσφαιριστές του. Ο Ζαγοράκης έχει αναφέρει ότι ο Γερμανός τεχνικός δεν χρειάζεται να υψώνει τον τόνο της φωνής του, αλλά απαιτεί απόλυτη προσήλωση στο πλάνο.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της φιλοσοφίας του ήταν η απλότητα. Δεν επιδίωκε περίπλοκα συστήματα ή εντυπωσιακές τακτικές προσαρμογές. Αντίθετα, βασίστηκε σε ένα ξεκάθαρο πλάνο που μπορούσε να εφαρμοστεί υπό πίεση.
Όταν η Ελλάδα εξασφάλισε την πρόκριση στον τελικό του Euro 2004, ο Ρεχάγκελ δεν μίλησε για ιστορική στιγμή ή για υπέρβαση. Εστίασε αποκλειστικά στον επόμενο αγώνα. Η φιλοσοφία του παρέμεινε αμετάβλητη, κάθε παιχνίδι αντιμετωπιζόταν ως ανεξάρτητη αποστολή, χωρίς συναισθηματική φόρτιση που να αποσπά την προσοχή από τον στόχο.
Η αποθέωση στην Αθήνα και ο διεθνής απόηχος ενός ποδοσφαιρικού θριάμβου
Η επιστροφή της Εθνικής Ελλάδας στην Αθήνα μετά την κατάκτηση του Euro 2004 μετατράπηκε σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Χιλιάδες φίλαθλοι κατέκλυσαν τους δρόμους και το Καλλιμάρμαρο για να υποδεχθούν τους πρωταθλητές Ευρώπης, σε ένα σκηνικό αποθέωσης που αποτύπωσε το μέγεθος της επιτυχίας.
Η εικόνα της αποστολής μέσα σε ένα κύμα ενθουσιασμού δεν είχε μόνο εορταστικό χαρακτήρα. Ανέδειξε και τη βαθιά συναισθηματική σχέση που δημιούργησε η ομάδα με το κοινό, καθώς η κατάκτηση του τροπαίου θεωρήθηκε όχι απλώς αθλητικός θρίαμβος, αλλά εθνική στιγμή υπερηφάνειας. Η υποδοχή έγινε την επόμενη ημέρα της επιστροφής από την Πορτογαλία και χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανή συμμετοχή του κόσμου.
Η Αθήνα στους δρόμους
Το Καλλιμάρμαρο αποτέλεσε το κεντρικό σημείο της γιορτής, με την αποθεωτική υποδοχή να μεταδίδεται από τα ελληνικά μέσα ως μια εικόνα που σπάνια εμφανίζεται στην αθλητική ιστορία της χώρας.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, η προσέλευση ξεπέρασε κάθε προσδοκία, με πάνω από 100.000 ανθρώπους να βρίσκονται στο σημείο για να χειροκροτήσουν τους πρωταγωνιστές του Euro 2004. Το πλήθος φώναζε συνθήματα, τραγουδούσε και περίμενε να δει από κοντά τους παίκτες που είχαν κατακτήσει την Ευρώπη.
Οι αντιδράσεις των ξένων ΜΜΕ
Η διεθνής απήχηση του θριάμβου ήταν τεράστια. Ξένα μέσα ενημέρωσης χαρακτήρισαν την κατάκτηση του Euro 2004 από την Ελλάδα ως μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Το γαλλικό AFP υπογράμμισε ότι η Ελλάδα είχε ξεκινήσει τη διοργάνωση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και τελικά έφτασε μέχρι την κορυφή, προκαλώντας γενική έκπληξη.
Γερμανικά δημοσιεύματα στάθηκαν ιδιαίτερα στον Ότο Ρεχάγκελ, με την Bild να αναφέρει πως η Γερμανία χρειαζόταν τον Ρεχάγκελ, αναγνωρίζοντας την αξία της δουλειάς του και τη σημασία της επιτυχίας του με την Ελλάδα. Η προσέγγιση του γερμανικού Τύπου έδειξε ότι η κατάκτηση του τροπαίου ξεπέρασε τα στενά ελληνικά σύνορα και αντιμετωπίστηκε ως ποδοσφαιρικό φαινόμενο ευρύτερης εμβέλειας.
Στην Αγγλία, ο τόνος ήταν πιο ειρωνικός και επιφυλακτικός. Η Sun αποτύπωσε την έκπληξη με ύφος που συνδύαζε αμηχανία και αναγνώριση της απρόσμενης έκβασης. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και τα πιο επικριτικά σχόλια δεν μπορούσαν να παραβλέψουν το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε νικήσει διαδοχικά ισχυρούς αντιπάλους και είχε φτάσει στον τίτλο με απόλυτη αγωνιστική συνέπεια.
Η διεθνής ποδοσφαιρική κοινότητα αντέδρασε με θαυμασμό. Ο Φραντς Μπεκενμπάουερ χαρακτήρισε την ελληνική κατάκτηση ως τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Η τοποθέτησή του είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προερχόταν από μια μορφή που συμβόλιζε το παγκόσμιο κύρος του αθλήματος.
Από την πλευρά του, ο Ζοζέ Μουρίνιο σχολίασε ότι η Ελλάδα έδειξε πως το ποδόσφαιρο αλλάζει και πως δεν χρειάζονται ποδοσφαιριστές σουπερστάρ, αλλά πραγματικές ομάδες. Και η Ελλάδα του Ότο Ρεχάγκελ ήταν αυτό ακριβώς... ΟΜΑΔΑ!
Newsbomb.gr
