Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

«Υπάρχουν παιδιά που ζουν από τύχη»: Τεράστια τα κενά στο σύστημα παιδικής προστασίας


Με φρίκη εξακολουθεί να παρακολουθεί η κοινή γνώμη τις πληροφορίες που έρχονται στο προσκήνιο για την φριχτή υπόθεση στην Κυψέλη. Ήδη, η Εισαγγελία Πρωτοδικών άσκησε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση στον 43χρονο και την 38χρονη για το νεκρό βρέφος που εντοπίστηκε στη βαλίτσα. Οι τρεις κατηγορούμενοι -και ο 26χρονος που παρουσιάστηκε ως σύντροφος της 15χρονης-, προφυλακίστηκαν για διακίνηση ναρκωτικών και για μη ανακοίνωση ανεύρεσης νεκρού. Κι ενώ αναμένεται η δημοσίευση περαιτέρω λεπτομερειών αναφορικά με το ειδεχθές έγκλημα, το μόνο σίγουρο, είναι ότι πρόκειται για μια υπόθεση που ανέδειξε ξανά, με έντονο τρόπο, τα τεράστια κενά στο σύστημα της παιδικής προστασίας.

«Περιμένουμε την επόμενη φριχτή υπόθεση»
Σύμφωνα με όσα δήλωσε στο iEidiseis ο Κώστας Γιαννόπουλος, πρόεδρος του ΔΣ του «Χαμόγελου του Παιδιού», «οι αναφορές που έχουμε στο Επιχειρησιακό Κέντρο δείχνουν ότι περιμένουμε την επόμενη φρικτή υπόθεση. Το τρίμηνο του φετινού καλοκαιριού διαχειριστήκαμε 49.000 κλήσεις, εκ των οποίων αρκετές αφορούσαν κακοποίηση, παραμέληση, εξαφανίσεις και αυτοκτονικότητα. Σχεδόν κάθε ημέρα δεχόμαστε αναφορές που έχουν ομοιότητες με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Υπάρχουν παιδιά που ζουν από τύχη».

«Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει»
Αναφορικά με το γεγονός ότι ο 43χρονος πατέρας είχε μπει στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» και είχε απομακρύνει παράνομα τα παιδιά που βρίσκονταν εκεί με εισαγγελική εντολή, ο κ. Γιαννόπουλος σημείωσε πως «δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οποιοσδήποτε μπορεί να πάρει τα παιδιά από το νοσοκομείο. Το νοσοκομείο δεν είναι χώρος φύλαξης παιδιών και δεν μπορούν όλα τα παιδιά να προστατεύονται από αστυνομικό. Αντιθέτως, πρέπει να βρίσκονται σε προστατευμένο περιβάλλον».

Παρόλα αυτά, «μέχρι πρόσφατα, μόνο στο νοσοκομείο Παίδων της Αθήνας, βρίσκονταν “παρκαρισμένα” μέσω εισαγγελικής εντολής, 70 παιδιά. Αυτά τα παιδιά κακοποιούνται δευτερογενώς από το σύστημα, επειδή αισθάνονται ότι φιλοξενούνται σε αφιλόξενο περιβάλλον».

Το σίγουρο πάντως σύμφωνα με τον κ. Γιαννόπουλο είναι πως «όταν εξαφανίστηκαν τα παιδιά, έπρεπε να κινηθεί γη και ουρανός για να βρεθούν και να φύγουν από αυτό το επικίνδυνο για τη ζωή τους περιβάλλον».

«Ο εισαγγελέας δεν έχει υπηρεσίες»
Στο ερώτημα αν παρατηρούνται ελλείψεις στη δράση της Εισαγγελίας Ανηλίκων, ο κ. Γιαννόπουλος σχολίασε πως «ο εισαγγελέας δεν είναι θεός που λύνει όλα τα προβλήματα. Δεν έχει υπηρεσίες να τον συμβουλεύσουν και να τον βοηθήσουν. Συχνά, η εισαγγελία αναθέτει μια υπόθεση στην κοινωνική πρόνοια ενός δήμου, η οποία όμως δεν έχει εξειδικευμένα στελέχη, ούτε μεγάλο αριθμό προσωπικού. Κι έτσι, δεν παρακολουθείται μια οικογένεια που βρίσκεται σε κρίση. Το παράπονο των δήμων όμως είναι ότι δεν έχουν ανθρώπους να κάνουν αυτή τη δουλειά. Μέχρι πρόσφατα, ο δήμος Αθηναίων είχε μόλις δύο κοινωνικούς λειτουργούς να κάνουν αυτή τη δουλειά και δεν έφταναν ούτε για τα γραφειοκρατικά».

«Δεν υπάρχει επικοινωνία»
Σχετικά με το γεγονός ότι ο φάκελος ενός κακοποιημένου παιδιού δεν διαμοιράζεται σε όλους τους αρμόδιους φορείς, ο κ. Γιαννόπουλος ανέφερε ότι «οι υπηρεσίες πρόνοιας, εισαγγελίας και αστυνομίας θα έπρεπε να είχαν αυτοματοποιημένη επικοινωνία. Όμως, δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των όμορων υπηρεσιών».

«Δεν προέκυψαν στοιχεία»
Από την πλευρά της, η Μαρία Στρατηγάκη, αντιδήμαρχος Ισότητας, Δημοτικών Ιατρείων και Παιδικής Προστασίας του δήμου Αθηναίων, ανέφερε στο iEidiseis πως «το πρώτο και κυριότερο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν δομές παιδικής προστασίας και σε τέτοιες περιπτώσεις η εισαγγελία αναγκάζεται να στείλει τα παιδιά στα νοσοκομεία».

Όπως ανέφερε η ίδια, «το 2025 λάβαμε μια εισαγγελική εντολή για ένα από τα παιδιά αυτής της οικογένειας. Αναζητήθηκαν περαιτέρω πληροφορίες, αλλά δεν δόθηκαν από την εισαγγελία. Από τη δική μας πλευρά δεν προέκυψαν τα στοιχεία ώστε να θεωρηθεί αυτό το παιδί υψηλής επικινδυνότητας. Θεωρώ πάντως ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αστυνομία και το δικαστικό σύστημα έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη, επειδή ήταν σαφές ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε εγκληματική φυσιογνωμία».

«Αλλάζαν σπίτια»
Σύμφωνα με την ίδια, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, «λαμβάνουμε εισαγγελικές εντολές, προκειμένου να πάνε στα σπίτια κοινωνικοί λειτουργοί και να δουν αν ένα παιδί παραμελείται ή κακοποιείται. Αυτό όμως στην προκειμένη περίπτωση ήταν σχεδόν αδύνατο να συμβεί, επειδή αλλάζαν συνέχεια σπίτια και διευθύνσεις και δεν είχαμε ικανές πληροφορίες για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε. Η κοινωνική υπηρεσία του νοσοκομείου είχε προφανώς γνώση, καθώς ο εισαγγελέας τα έστειλε εκεί. Από εκείνο το σημείο η αρμοδιότητα φεύγει από τον δήμο».

Πάντως σύμφωνα με την κ. Στρατηγάκη, πέρα από τεράστια έλλειψη επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, παρατηρείται και «τεράστια έλλειψη προσωπικού στους δήμους. Υπάρχουν πολλά περιστατικά, όμως οι κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου Αθηναίων -και θεωρώ όλων των δήμων-, είναι υπερφορτωμένες».

«Κανείς δεν είχε ετοιμότητα»
Μιλώντας στο iEidiseis, ο Γιώργος Νικολαΐδης, διευθυντής της διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, ανέφερε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, «πρόκειται για μια οικογένεια όπου τα παιδιά -πέρα από το βρέφος-, είχαν σίγουρα επαφές με υπηρεσίες και επαγγελματίες υγείας και εκπαίδευσης. Κανείς όμως δεν είχε την ετοιμότητα να εντοπίσει ότι υπήρχαν αυξημένες ανάγκες να γίνει μια πρώιμη παρέμβαση σε αυτή την οικογένεια».

Πρόκειται για κάτι που σύμφωνα με τον ίδιο, «έρχεται κόντρα στην εμπειρία του πως λειτουργούν τα πράγματα στην ευρωπαϊκή ήπειρο εδώ και δεκαετίες. Συνήθως, τα παιδιά στη διάρκεια της σχολικής τους διαδρομής, θα έρθουν πολλές φορές μπροστά σε μαθήματα και παρεμβάσεις και θα μάθουν πότε έχουν δικαίωμα να ζητήσουν βοήθεια. Επίσης, οι υπηρεσίες υγείας είναι εκπαιδευμένες να εντοπίσουν σημεία κακοποίησης ή παραμέλησης, ώστε να υπάρξει πρώιμη παρέμβαση».

«Δεν πυροδότησε ενδελεχή έρευνα»
Παράλληλα, «σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου, οι κοινωνικές υπηρεσίες θα επισκεφθούν κάθε γυναίκα που θα βγει από το μαιευτήριο, μετά από λίγες ημέρες. Στόχος είναι η υποστήριξη σε ζητήματα οικονομικά, συμπεριφορικά και ψυχολογικά, καθώς και ο εντοπισμός προβλημάτων που μπορεί να εκθέτουν το μωρό σε κίνδυνο. Αυτά τα προγράμματα οικουμενικής επίσκεψης κατ’ οίκον, έχουν τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα στο να εντοπίζουν πρώιμα προβλήματα και να σώζουν ζωές μωρών».

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, «είναι εξοργιστικό να μαθαίνουμε ότι αυτά τα παιδιά ήρθαν σε επαφή με υπηρεσίες που διαπίστωσαν ότι έχουν σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, όμως αυτό δεν πυροδότησε μια ενδελεχή έρευνα».

«Συμβασιούχοι 2 στους 3 κοινωνικούς λειτουργούς»
Αναφορικά με το ζήτημα της έλλειψης κοινωνικών λειτουργών, ο κ. Νικολαΐδης ανέφερε πως «εκτός του ότι έχουμε πολύ λίγους σε σχέση με τον πληθυσμό αναφοράς, σχεδόν 2 στους 3 είναι συμβασιούχοι, που μπορεί να μετατεθούν σε άλλη υπηρεσία. Ταυτόχρονα, έχουμε τους κοινωνικούς λειτουργούς σε επτά διαφορετικές δικτυώσεις εντός της δημόσιας διοίκησης, που η καθεμία έχει τις δικές της αρμοδιότητες και τρόπους δουλειάς. Με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί να υπάρξει μια συγκροτημένη ενιαία παρέμβαση».

Τα πρωτόκολλα που δεν εφαρμόζονται
Σχετικά με την Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων που παρουσιάστηκε το 2025 αλλά ακόμη δεν εφαρμόζεται, ο ίδιος ανέφερε πως «δυστυχώς, περισσότερο περιέγραφε μέτρα για τον ανήλικο παραβάτη, παρά για το παιδί-θύμα».

Παρόλα αυτά, «υπάρχουν κι άλλα μέτρα που δεν έχουν υλοποιηθεί. Για παράδειγμα, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Προστασία του Παιδιού από τη Σεξουαλική Βία και εκμετάλλευση που υιοθετήθηκε πριν τέσσερα χρόνια. Πολύ λίγα από τα μέτρα που περιγράφονταν έχουν προχωρήσει στην πράξη».

Ένα από τα επίμαχα μέτρα, «αφορούσε τη θεσμοθέτηση ενός ενιαίου θεσμικού πρωτοκόλλου για το τι πρέπει να κάνουν σε όλα τα στάδια όλες οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες όταν υπάρχει καταγγελία ή υπόνοια ότι ένα παιδί κακοποιείται σεξουαλικά. Το 2023 ορίστηκε μια επιστημονική ομάδα που είχα την τιμή να συντονίζω και τον Ιούλιο του 2023 παραδώσαμε ένα ενιαίο εθνικό πρωτόκολλο. Ακόμη όμως δεν έχει θεσμοθετηθεί. Το ίδιο ισχύει και για άλλα σχετικά πρωτόκολλα που συντάξαμε ως Ινστιτούτο με τη συνεργασία άλλων φορέων».

Μόλις 8 επαγγελματίες ανάδοχοι
Ακόμη ένα σημαντικό ζήτημα σύμφωνα με τον κ. Νικολαΐδη είναι ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει επείγουσα επαγγελματική αναδοχή. Όταν συντάχθηκε το νομοθετικό πλαίσιο για την επαγγελματική αναδοχή πριν περίπου 5 χρόνια, προβλέφθηκε να υπάρχει επαγγελματική αναδοχή σε επείγοντα περιστατικά. Αντί όμως η επαγγελματική αναδοχή να αποτελέσει καθολική λειτουργία του συστήματος, καταλήξαμενα έχουμε μόλις 8 επαγγελματίες αναδόχους σε όλη τη χώρα, καθώς την κατέστησαν πολύ δύσκολη με τόσες ειδικές προδιαγραφές. Η πραγματικότητα που υπάρχει στην Ελλάδα, υφίσταται πλέον μόνο στην Αφρική και την Ασία».



iEidiseis.gr