Νέους περιορισμούς στη δυνατότητα του Δημοσίου να καταλογίζει φόρους και πρόστιμα για παλαιές φορολογικές υποθέσεις θέτει η απόφαση 1246/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανατρέποντας το πλαίσιο παραγραφής που εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια από τη φορολογική διοίκηση. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματική τη δεκαετή παραγραφή που θεσπίστηκε με τον ν. 4646/2019 για συγκεκριμένες παλαιές φορολογικές περιόδους, ενώ έκρινε ανίσχυρη και τη διάταξη που προέβλεπε εικοσαετή παραγραφή σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.
Οπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, η κρίση της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του ΣΤΕ στηρίζεται στην ανάγκη να υπάρχει σαφές και εύλογο χρονικό όριο μέσα στο οποίο το Δημόσιο μπορεί να ασκεί το δικαίωμά του για φορολογικούς καταλογισμούς. Οπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, η παραγραφή δεν μπορεί να παρατείνεται πέρα από τα συνταγματικά ανεκτά όρια, παραβιάζοντας τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.
Η απόφαση αφορά τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014 έως 2017, για τα οποία είχε προβλεφθεί δεκαετής προθεσμία ελέγχου. Ως αποτέλεσμα, υποθέσεις που παραμένουν ανοικτές αποκλειστικά βάσει της συγκεκριμένης ρύθμισης θα κλείσουν, εφόσον έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή και δεν συντρέχει άλλη νόμιμη εξαίρεση.
Κεντρικό ζήτημα στην υπόθεση αποτέλεσε η μεταβατική διάταξη του ν. 4646/2019, με την οποία προβλέφθηκε η δυνατότητα έκδοσης πράξεων προσδιορισμού φόρου εντός δέκα ετών για συγκεκριμένες παλαιές χρήσεις και φορολογικά έτη.
Η ΑΑΔΕ υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν συνιστούσε παράταση της παραγραφής, αλλά, αντίθετα, μείωση του χρόνου που είχε αρχικά προβλεφθεί για περιπτώσεις φοροδιαφυγής.
Ειδικότερα, επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προέβλεπε εικοσαετή παραγραφή και ότι η νομοθετική παρέμβαση του 2019 περιόρισε την προθεσμία στη δεκαετία, εισάγοντας ένα ευνοϊκότερο καθεστώς για τους φορολογουμένους.
Το ΣΤΕ δεν αποδέχθηκε αυτή την προσέγγιση. Εξέτασε τη συνταγματικότητα τόσο της εικοσαετούς παραγραφής όσο και της μεταβατικής διάταξης που επέτρεπε τη δεκαετή παραγραφή για τις επίμαχες φορολογικές περιόδους.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, ο χρόνος παραγραφής πρέπει να είναι εύλογος και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.
Η εικοσαετής προθεσμία κρίθηκε ότι υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για τον εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων, ιδίως από τη στιγμή που η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον ηλεκτρονικά εργαλεία και σύγχρονες μεθόδους ελέγχου, μεταξύ των οποίων και συστήματα ανάλυσης κινδύνου.
Παράλληλα, έκρινε ότι η μεταβατική διάταξη του ν. 4646/2019, η οποία επέτρεπε τη διενέργεια καταλογισμών εντός δεκαετίας για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014 έως 2017, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος.
Η δικαστική κρίση εκδόθηκε με αφορμή υπόθεση ατομικής επιχείρησης παραγωγής μελιού, στην οποία είχε επιβληθεί πρόστιμο για τη λήψη εικονικού τιμολογίου κατά τη χρήση 2013. Το τιμολόγιο είχε καθαρή αξία 11.600 ευρώ, ενώ το πρόστιμο που επιβλήθηκε το 2020 ανήλθε σε 4.640 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στο 40% της αξίας του παραστατικού.
Η πράξη επιβολής του προστίμου εκδόθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2020, όταν είχε ήδη παρέλθει η πενταετής προθεσμία παραγραφής. Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, ωστόσο η ενδικοφανής προσφυγή του απορρίφθηκε.
Στη συνέχεια, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Κοζάνης ακύρωσε το πρόστιμο, κρίνοντας ανίσχυρη τη μεταβατική διάταξη του ν. 4646/2019 που επέτρεπε τη δεκαετή παραγραφή για συγκεκριμένες παλαιές χρήσεις σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.
Η ΑΑΔΕ προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αποτέλεσμα το ζήτημα να εξεταστεί από την επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος. Στην κρίση του για τη συγκεκριμένη υπόθεση, το ΣΤΕ έλαβε υπόψη ότι η φορολογική αρχή δεν είχε επικαλεστεί την ύπαρξη συμπληρωματικών στοιχείων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν διαφορετική αντιμετώπιση.
Ως εκ τούτου, έκρινε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει το πρόστιμο για τη χρήση 2013 είχε παραγραφεί στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Moneyreview.gr
