Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Τα 3 «κόλπα» των μεγάλων φοροφυγάδων – πώς επιχειρούν να εξουδετερώσουν το ψηφιακό οπλοστάσιο της ΑΑΔΕ για να εμφανίζουν μικρότερα έσοδα


Η αποκάλυψη ακόμα μιας μεγάλης υπόθεσης φοροδιαφυγής, επιβεβαιώνει ότι ναι μεν η Φορολογική Αρχή, έχει εξελίξει σε σημαντικό βαθμό τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία της, αξιοποιώντας και την Τεχνητή Νοημοσύνη, ωστόσο η φοροδιαφυγή «καλά κρατεί», αφού τα κυκλώματα καταφέρνουν να βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στα έσοδα του κράτους.

Τρεις είναι οι βασικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν τα κυκλώματα της φοροδιαφυγής, για να αποκρύπτουν πωλήσεις και να εμφανίζουν μικρότερα έσοδα από τα πραγματικά.

Πρόκειται για τη χρήση «μαϊμού» ταμειακών μηχανών, την καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών και την εγκατάσταση παράνομων λογισμικών που αλλοιώνουν τα δεδομένα των συναλλαγών.

Ειδικά η πρακτική των παράνομων λογισμικών, βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος με αφορμή την υπόθεση της Pizza Fan, η οποία ερευνάται για φοροδιαφυγή 25 εκατ. ευρώ από το 2022, μέσω λογισμικού που φέρεται να αλλοίωνε τα δεδομένα των συναλλαγών και να απέκρυπτε μέρος του πραγματικού τζίρου, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται χαμηλότερες πωλήσεις και να μην αποδίδεται ο αναλογών ΦΠΑ.

Η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελεγκτικές Αρχές όταν η φοροδιαφυγή δεν περιορίζεται στη μη έκδοση αποδείξεων, αλλά επεκτείνεται στα ίδια τα ηλεκτρονικά συστήματα καταγραφής των πωλήσεων.

Η πρώτη μέθοδος βασίζεται στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδικού λογισμικού για την παραγωγή και εκτύπωση παραστατικών που μοιάζουν με κανονικές αποδείξεις, χωρίς όμως να έχουν εκδοθεί από εγκεκριμένο φορολογικό μηχανισμό (δηλαδή πρόκειται για «μαϊμού» ταμειακές μηχανές).
Ο καταναλωτής παίρνει στα χέρια του ένα χαρτί που φαίνεται νόμιμο, χωρίς να γνωρίζει απαραίτητα ότι δεν αποτελεί έγκυρο φορολογικό στοιχείο. Η συναλλαγή δεν καταγράφεται με τον προβλεπόμενο τρόπο στα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης, με αποτέλεσμα τα αντίστοιχα έσοδα να μένουν εκτός φορολογικής δήλωσης. Έτσι, το Δημόσιο χάνει έσοδα από τον φόρο εισοδήματος και τον ΦΠΑ, ενώ ο πελάτης παραπλανείται, θεωρώντας ότι έχει λάβει κανονική απόδειξη.

Το δεύτερο κόλπο, βασίζεται στην καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών. Η επιχείρηση μπορεί να εκδίδει δελτία παραγγελίας χωρίς να ακολουθεί απόδειξη αντίστοιχης αξίας ή να εμφανίζει μαζικές ακυρώσεις συναλλαγών και εκπτώσεις που δεν δικαιολογούνται από την πραγματική εμπορική δραστηριότητα. Ιδιαίτερη προσοχή προκαλούν οι περιπτώσεις στις οποίες καταγράφεται μεγάλος αριθμός ακυρωτικών σημειωμάτων στο τέλος της ημέρας ή ασυνήθιστα υψηλή αξία εκπτώσεων. Οι κινήσεις αυτές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους φοροδιαφυγή, αποτελούν όμως ενδείξεις που απαιτούν περαιτέρω έλεγχο. Για τον εντοπισμό πιθανών παραβάσεων, οι ελεγκτές εξετάζουν τα ψηφιακά αρχεία των φορολογικών μηχανισμών, αναλύοντας τη συχνότητα, την αξία και τον χρόνο έκδοσης των παραστατικών, των ακυρώσεων και των εκπτώσεων. Από τη διασταύρωση των δεδομένων μπορούν να εντοπιστούν αποκλίσεις και να προσδιοριστούν έσοδα που ενδεχομένως δεν δηλώθηκαν.

Η τρίτη μέθοδος είναι ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς η απόδειξη μπορεί να εκδίδεται κανονικά και η αλλοίωση των στοιχείων να γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Παράνομα λογισμικά μπορούν να παρεμβαίνουν στα δεδομένα των συναλλαγών, μεταβάλλοντας ποσότητες, αξίες ή είδη προϊόντων που έχουν καταγραφεί, με στόχο να εμφανίζεται μικρότερος τζίρος από τον πραγματικό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκτυπωμένη απόδειξη δεν αποκαλύπτει απαραίτητα την έκταση της παρέμβασης. Οι ελεγκτές χρειάζεται να εξετάσουν τα ψηφιακά αρχεία και τα δεδομένα των φορολογικών μηχανισμών, ώστε να διαπιστώσουν αν έχουν γίνει μεταβολές και να ανασυνθέσουν την πραγματική εικόνα των πωλήσεων.

Αλγόριθμοι και διασταυρώσεις
Η ΑΑΔΕ από την πλευρά της, μέσω των νέων ψηφιακών εργαλείων που έχει εντάξει στο οπλοστάσιό της και τις διασταυρώσεις δεδομένων, επιχειρεί να περιορίσει τη φοροδιαφυγή, αξιοποιώντας τα ψηφιακά αρχεία των φορολογικών μηχανισμών και διασταυρώνοντας τα διαθέσιμα στοιχεία με τα δεδομένα που διαβιβάζονται στην πλατφόρμα myDATA, αναζητώντας αποκλίσεις που μπορεί να αποκαλύψουν αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη.

Οι ελεγκτές της Αρχής, δεν βασίζονται πλέον σε τυχαίους επιτόπιους ελέγχους, αλλά σε σύνθετους αλγόριθμους, διασταυρώσεις δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και εξειδικευμένο λογισμικό.

Ο εντοπισμός των παράνομων συστημάτων και των «πειραγμένων» ταμειακών γίνεται μεν ευκολότερα τώρα με την υποχρεωτική διασύνδεσή τους με το myDATA της ΑΑΔΕ, αλλά οι επιτήδειοι βρίσκουν τρόπους να κρύβουν τα εισοδήματα τους από την Εφορία.

Η «Appodixi»
Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι λίγες οι υποθέσεις φοροδιαφυγής, οι οποίες αποκαλύφθηκαν χάρη στην εφαρμογή «Appodixi».

Οι ίδιοι οι πολίτες, σκανάροντας το QR code μιας απόδειξης μέσω της επίσημης εφαρμογής της ΑΑΔΕ, μπορούν να δουν, αν η απόδειξη είναι έγκυρη και αν έχει διαβιβαστεί σωστά.

Αν η απόδειξη που κρατάει στα χέρια του ο καταναλωτής γράφει για παράδειγμα 50 ευρώ αλλά στο κινητό του τηλέφωνο εμφανίζεται ως «μη διαβιβασμένη» ή με μικρότερο ποσό, μπορεί να προχωρήσει άμεσα σε καταγγελία, κινητοποιώντας την ελεγκτική Αρχή, σύμφωνα με το ERTNews.

Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι καταγγελίες των πολιτών μέσω της ψηφιακής εφαρμογής Appodixi έχουν ξεπεράσει συνολικά τις 225.000, εκ των οποίων περίπου 102.000 είναι επώνυμες και οι υπόλοιπες 123.000 ανώνυμες.

Η συντριπτική πλειονότητα των αναφορών που σκανάρουν οι πολίτες αφορά σε αποδείξεις από «πειραγμένους» μηχανισμούς, μαϊμού-αποδείξεις, καθώς και παραβάσεις μη διαβίβασης στοιχείων στο myDATA. Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη συχνότητα καταγγελιών είναι η εστίαση (καφετέριες, μπαρ, εστιατόρια) και τα πρατήρια καυσίμων.



enikos.gr