Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Καλό μήνα!


Ο Οκτώβριος ή Οκτώβρης είναι ο δέκατος μήνας του έτους, ανήκει στην εποχή του Φθινοπώρου κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και έχει 31 ημέρες. Επειδή το πιο σημαντικό δώρο του Οκτωβρίου στους γεωργούς είναι οι πολλές βροχές του, γι’ αυτό σε πολλά μέρη ονομάζεται «Βροχάρης», αλλά και μήνας της σποράς, εξ ου και τα ονόματα «Σποριάτης», «Σποριάς» και «Σπαρτός». Αλλιώς αποκαλείται και Αϊδημητριάτης λόγο της Εορτής του Αγίου Δημητρίου.

Εορτές και Λαογραφία
Ο Οκτώβριος είναι η εποχή με τα πρωτοβρόχια και τα χρυσάνθεμα, που βαφτίστηκαν αϊδημητριάτικα και στην Κύπρο οχτωβρούδια. Είναι η εποχή που πρωτανθίζουν τα κυκλάμινα σε πλαγιές και βράχια, όπως τόσο χαρακτηριστικά τραγουδάει ο Γιάννης Ρίτσος: «Κυκλαδινό, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα/ που βρήκες χρώματα κι ανθείς, που μίσχο και σαλεύεις;».

Η μεγάλη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, στις 26 του μήνα, έχει δώσει στον Οκτώβριο την προσωνυμία «Αι-Δημητριάτης» ή «Αι-Δημήτρης». Όπως μας αναφέρουν οι Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης: «Η γιορτή αυτή, που θεωρείται από το λαό μας ορόσημο του χειμώνα, συνδυάζεται με τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου. Στο γεωργικό καλαντάρι οι δυο αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε δυο ίσα μέρη, στο χειμερινό και στο θερινό εξάμηνο αντίστοιχα». Στα νησιώτικα του Αιγαίου ονομάζεται Τρυγομηνάς λόγω του τρύγου της αμπέλου.

Τον ίδιο αυτό μήνα γιορτάζεται και η μνήμη του Ευαγγελιστή Λουκά, στις 18 Οκτωβρίου, ο οποίος εκτός του τρίτου Ευαγγελίου συνέγραψε επίσης και τις Πράξεις των Αποστόλων. Ο Λουκάς, όμως, είναι επίσης γνωστός και ως ιατρός, αλλά και ως ζωγράφος, «καθώς σ’ αυτόν αποδίδεται η ιστόρηση των παλαιότερων και αυθεντικών προσωπογραφιών της Θεοτόκου».

Ο μήνας, πάντως, αρχίζει με την εορτή του πολιούχου των Αθηνών, του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη στις 3 του μήνα. Όπως αναφέρει ο Γιώργος Ζωγραφίδης: «Όταν ο Απόστολος Παύλος κατέβηκε από το βήμα του Αρείου Πάγου, δεν φαίνεται να πέτυχε τίποτα το σπουδαίο. Μπορεί η ομιλία του, όπως τη διασώζουν οι Πράξεις των Αποστόλων, να θεωρήθηκε αργότερα καταστατικό κείμενο για τη σχέση του χριστιανισμού με τον ελληνισμό, όμως δεν έκανε καλή εντύπωση στους Αθηναίους. Δυο-τρεις μόνο τον πλησίασαν, γιατί πίστεψαν στα λόγια του, και ανάμεσά τους κάποιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης…». Κι ενώ τα κείμενα που αποδίδονται σ’ αυτόν ήταν σημαντικά, «γι’ αυτό άλλωστε συνεχίζουμε να τα διαβάζουμε με αδιάπτωτο ενδιαφέρον και σήμερα», εντούτοις γράφτηκαν πιθανότατα το 520 από έναν χριστιανό μοναχό συριακής καταγωγής, ο οποίος χρησιμοποίησε νεοπλατωνική γλώσσα και θεωρίες.

Αλλά ο Οκτώβριος συνδέεται επίσης στενά και με τρία σημαντικά ορόσημα της πρόσφατης ιστορίας μας. Όπως μας περιγράφει η Μαρίνα Πετράκη:

«Η νικηφόρα είσοδος στη Θεσσαλονίκη στις 26 Οκτωβρίου 1912 μεταμόρφωσε την αμελητέα Ελλάδα σε υπολογίσιμη δύναμη. Η απόρριψη του φασιστικού τελεσίγραφου στις 28 Οκτωβρίου 1940 συμπύκνωσε σε μια λέξη την ομοψυχία και αγωνιστικότητα που στήριξαν, πέρα από κάθε ελπίδα και απελπισία, τον αγώνα στα βουνά της Αλβανίας, στις πόλεις και την ύπαιθρο της κατεχόμενης Ελλάδας. Η απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1944 πυκνώνει συμβολικά το πέρασμα από τον εφιάλτη του εξανδραποδισμού στις προσδοκίες, και τις διαψεύσεις, του μεταπολεμικού κόσμου μας».

Η Επέτειος του «Όχι»
Η Επέτειος του «Όχι» μνημονεύει την άρνηση της Ελλάδας να αποδεχθεί τις ιταλικές αξιώσεις που περιλαμβάνονταν στο τελεσίγραφο που επιδόθηκε από τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι στον τότε πρωθυπουργό και δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940. Στην πραγματικότητα, ο Μεταξάς δεν απάντησε κυριολεκτικά με τη λέξη «Όχι», αλλά, σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, είπε στη γαλλική γλώσσα «Alors, c’est la guerre» («Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο»), φράση που υποδήλωνε την απόρριψη των ιταλικών απαιτήσεων και την αναγνώριση ότι η χώρα εισερχόταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Η απάντηση αυτή οδήγησε στην είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ η 28η Οκτωβρίου καθιερώθηκε να εορτάζεται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, στην Κύπρο και από τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού ως επίσημη εθνική εορτή και αργία.

Ιστορία
Λίγο μετά τις 03:00 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του τελευταίου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c'est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταλικών αιτημάτων.

Ο ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:

Μόλις καθίσαμε, του είπα ότι η κυβέρνησή μου μού είχε αναθέσει να του κάνω μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Τα χέρια που κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά, και μέσα από τα γυαλιά έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή φωνή: «Alors, c'est la guerre!» (λοιπόν έχουμε πόλεμο) .Τού απάντησα ότι η ιταλική κυβέρνηση ήλπιζε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα δεχόταν τα αιτήματά της και θα άφηνε να περάσουν ελεύθερα τα ιταλικά στρατεύματα τα οποία θα άρχιζαν τις μετακινήσεις τους στις 6 το πρωί. Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε πως θα μπορούσα να σκεφτώ ότι ακόμα και αν είχε πρόθεση να ενδώσει θα του ήταν δυνατόν μέσα σε τρεις ώρες να λάβει τις διαταγές του βασιλιά και να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων.

Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας 'Ελληνικό Μέλλον' του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940. Ακολούθως υιοθετήθηκε ως σύνθημα, και από άλλες εφημερίδες, και για ακόλουθες περιστάσεις, όπως το εξώφυλλο της εφημερίδας Η Βραδυνή, στις 6 Απριλίου 1941 με αφορμή την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα.

Εορτασμός
Στις 05:30 τα ξημερώματα, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με την αιφνιδιαστική εισβολή (το τελεσίγραφο όριζε ότι η επίθεση θα ξεκινούσε στις 6 π.μ.) των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη εισήλθε στον πόλεμο. Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.

Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα γίνεται στη Θεσσαλονίκη, η επίσημη εορτή με κάθε λαμπρότητα, παρουσία του/της Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων επισήμων, με μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, η οποία συμπίπτει με τον εορτασμό της απελευθέρωσης της πόλης κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τη μνήμη του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις γίνονται μαθητικές παρελάσεις, ενώ δημόσια και ιδιωτικά κτίρια υψώνουν την ελληνική σημαία.

Κατά την επέτειο του «ΟΧΙ», τηλεόραση και ραδιόφωνο προβάλλουν επετειακές εκπομπές μνήμης και κάνουν ιδιαίτερη μνεία στην «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο, η οποία με τα πατριωτικά της τραγούδια εμψύχωνε τους στρατιώτες και μετέδιδε τον ενθουσιασμό της προέλασης των ελληνικών δυνάμεων στη Βόρεια Ήπειρο. Σχετικό επίσης επετειακό υλικό παρουσιάζει και όλος ο ελληνικός έντυπος τύπος (εφημερίδες και περιοδικά).

Η επέτειος του «ΟΧΙ» γιορτάστηκε για πρώτη φορά στα χρόνια της Κατοχής. Στο κεντρικό κτίριο και στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε ο πρώτος εορτασμός στις 28 Οκτωβρίου 1941. Γίνονταν ομιλίες από τους φοιτητές, ενώ μίλησε για την επέτειο την παραμονή και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει μάθημα την ημέρα της επετείου με αποτέλεσμα να απολυθεί από το Πανεπιστήμιο. Στην δεύτερη επέτειο (28/10/1942), ο εορτασμός έγινε στην Πλατεία Συντάγματος με πρωτοβουλία των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΠΕΑΝ. Υπήρχε ανησυχία για το πώς θα αντιδράσουν οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής, οι οποίες όμως δεν παρενέβησαν. Εκδηλώσεις και διαδηλώσεις εκείνη την ημέρα έγιναν και σε άλλες πόλεις. Στον Πειραιά πραγματοποιήθηκαν ολιγοπληθείς συγκεντρώσεις, ανέβαινε κάποιος σε μια καρέκλα, έβγαζε ένα σύντομο λόγο, και κατόπιν διαλύονταν, για να αποφύγουν επέμβαση των καραμπινιέρων. Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για το τι έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1943[εκκρεμεί παραπομπή]. Σύμφωνα με τον Ηλία Βενέζη γιορτάστηκε η επέτειος στο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στην πλατεία Κοτζιά (ο Βενέζης ήταν τότε υπάλληλος της τράπεζας). Κατέφθασαν όμως οι Γερμανοί, που είχαν την ευθύνη της αστυνόμευσης πλέον, υποχρέωσαν όσους συμμετείχαν να σταθούν με τα χέρια ψηλά μέχρι το βράδυ, ενώ έστειλαν και είκοσι περίπου από αυτά τα άτομα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποια δεν επέστρεψαν.

Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1944 με παρέλαση ενώπιον του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.

Η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε, το 1952, η γιορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου να μεταφερθεί στις 28 Οκτωβρίου, με το αιτιολογικό ότι η Παναγία βοήθησε τον Ελληνικό Στρατό στον πόλεμο της Αλβανίας.



Πηγή: wikipedia