Γράφει ο δικηγόρος Αστέριος Κουρούπης
Περισσότερο κι απ΄τους βιαστές κινδυνεύουμε ως κοινωνία από εκείνους που συστηματικά «βιάζουν»
την κοινή λογική και τον πολιτισμό μας, τμήμα του οποίου αποτελεί η εξέλιξη της νομικής επιστήμης, ώστε το δίκαιο να εφαρμόζεται και να αποδίδεται όχι με κριτήρια δημοσκοπικά ή κοινής γνώμης αλλά με καθαρά επιστημονικούς όρους. Η
προσέγγιση της νομικής επιστήμης είναι δύσκολη και πολύ απαιτητική ακόμα και
για τους ειδικούς.
Οι συνεχείς
υπεραπλουστεύσεις και οι τηλεοπτικές κραυγές από αυτόκλητους εκφραστές της
κοινής γνώμης προκαλούν κινδύνους και μεγάλη ανασφάλεια στον μέσο πολίτη που
διδάσκεται να αδιαφορεί για τις δικαστικές αποφάσεις και να αντιδρά συνεχώς
κατά της δικαιοσύνης, ασχέτως αν και εκείνη συχνά κάνει λάθη και ίσως προκαλεί
με τις παθογένειές της.
Η κατάσταση
αρχίζει να ξεφεύγει και θυμίζει μεσαίωνα.
Στα
τηλεοπτικά μέσα καλούνται νομικοί που ισχυρίζονται πως είναι ειδικοί, όλοι σε
–λόγοι (ποινικολόγοι, εργατολόγοι κλπ.) προκαλώντας γέλιο στους αληθινούς
γνώστες. Όμως αυτοί είναι ικανοί να στρέψουν την κοινή γνώμη σε λάθος δρόμο
ικανοποιώντας απλώς εκείνους που τους καλούν, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται να
πληροφορηθούν και να ακούσουν τη γνώμη της επιστήμης αλλά όσα έχουν συνεννοηθεί
από πριν ότι πρέπει να ακουστούν στον αέρα.
Τελευταίο
παράδειγμα η αποφυλάκιση του Δ.Λιγνάδη μετά την καταδίκη του σε πρόσκαιρη
κάθειρξη για δύο βιασμούς και την άσκηση εφέσεως από τον ίδιο.
Αποδόθηκε
στον Νόμο Παρασκευόπουλου που ψηφίστηκε το 2015 (ν.4322/2015) που όμως δεν
αφορούσε στο δικαίωμα του καταδικασθέντος να ζητήσει να έχει ανασταλτικό
αποτέλεσμα η παραδεκτώς ασκηθείσα έφεσή του.
Το δικαίωμα
αυτό προβλέπεται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στο άρθρο 497, το οποίο μετά
την 1/7/2019 τροποποιήθηκε με τον ν.4620/2019 και κατέστησε υπό προϋποθέσεις
και όρους σχεδόν υποχρεωτικό για το δικαστήριο που δίκασε και εξέδωσε
καταδικαστική απόφαση να επιτρέψει στον πρωτοδίκως καταδικασθέντα να αφεθεί
ελεύθερος μέχρι να εκδικαστεί η έφεσή του στο Εφετείο. Σε περίπτωση που απορρίψει το αίτημά του θα
πρέπει να αιτιολογήσει την απόφασή του αυτή ως προς τα παρακάτω: α) αν ο
κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή διαμονή στην χώρα, β) αν προσπάθησε να διαφύγει,
γ) αν υπήρξε στο παρελθόν φυγόποινος ή φυγόδικος, δ) εάν από προηγούμενες
καταδίκες του ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης του είναι πιθανό να
διαπράξει κι άλλα εγκλήματα. Αν οι όροι αυτοί δεν συντρέχουν τότε καθίσταται
υποχρέωση του δικαστηρίου να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση.
Ποιος
πιστεύει στα σοβαρά ότι ο Λιγνάδης αναμένοντας να δικαστεί από το Εφετείο και
αισιοδοξώντας να κριθεί αθώος ενόψει και της εύθραυστης πλειοψηφίας για την
ενοχή του στο Μ.Ο.Δ. θα επιχειρήσει να τελέσει νέους βιασμούς, αν υποτεθεί πως
όντως έχει διαπράξει τα σχετικά αδικήματα, που θα απέκλειαν κάθε ενδεχόμενο
τελεσίδικης αθώωσής του; Ποιος νοήμων άνθρωπος στη θέση του θα το τολμούσε;
Το συμπέρασμα είναι ότι ο νόμος «Παρασκευόπουλου» είναι
τελείως άσχετος με την αποφυλάκιση του Λιγνάδη, διότι ο νόμος αυτός επέφερε
αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και όχι στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Το Δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 497 §7 του ΚΠΔ και χορήγησε
ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση του Λιγνάδη κατά τρόπο νόμιμο, θέτοντάς του
αυστηρούς περιοριστικούς όρους μέχρι να εκδικασθεί η έφεσή του (εγγύηση,
απαγόρευση εξόδου από την χώρα, εμφάνιση τρεις φορές στο Α.Τ.).
Η κοινή γνώμη που στο κάτω-κάτω ούτε μετρήθηκε ούτε την
γνωρίζουμε με κάποιο επίσημο και αδιαμφισβήτητο τρόπο δεν μπορεί να λαμβάνεται
υπόψη από το Δικαστήριο και προπάντων δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αλλιώς θα
επιστρέψουμε σύντομα στην αγριότητα των νόμων της ζούγκλας και στους φρικτούς
αιώνες της Ιεράς Εξετάσεως.
