Η ιστορία του κυνηγιού θα ήταν διαφορετική αν την διηγούνταν τα λιοντάρια. Αυτή η αφρικανική παροιμία με ελάχιστες λέξεις περιγράφει την τεράστια απόσταση που έχει η οπτική γωνία του θηρευτή και του θηράματος. Ας πάμε μια βόλτα στην «ζούγκλα».
Γράφει η Ντίνα Δασκαλοπούλου
Μπορεί ο λέων να είναι ο βασιλιάς της ζούγκλας, ωστόσο μάλλον περνάει δύσκολες ώρες στην… ελληνική σαβάνα. Με όλες τις έρευνες να δείχνουν πως δυσκολεύεται ακόμα και για να πληρώσει την τροφή και τις πάγιες υποχρεώσεις του, το περήφανο αυτό λιοντάρι πρέπει να κυνηγά ταυτόχρονα και την στέγη του. Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση ο περήφανος θηρευτής μάλλον μετατρέπεται σε θήραμα. Και το να βρει σε μια λογική ένα απλό διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία μοιάζει πια σαν ιερό δισκοπότηρο και παγίδα μαζί.
«Μοιάζει με σαφάρι. Προσπαθούμε να μείνουμε στην γειτονιά όπου είμαστε κάτοικοι εδώ και 25 χρόνια, αλλάζοντας σπίτι αφού η ιδιοκτήτρια θέλει να το βγάλει στην βραχυχρόνια μίσθωση. Κυνηγάμε αγγελίες, έχουμε απευθυνθεί σε μεσίτες, τρέχουμε από ραντεβού σε ραντεβού», λέει η 45χρονη Χρυσάνθη. «Όλα μοιάζουν πια εξωφρενικά – όχι μονάχα τα μισθώματα, αλλά και το ποια οικήματα ζητούν αυτά τα μισθώματα. Έχουμε πια αρχίσει να συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι θα φύγουμε από την γειτονιά μας, αλλά όχι και να πληρώνουμε για ένα χρέπι 700 και 800 ευρώ».
Ένα ενοίκιο αυτής της τάξης που περιγράφει η Χρυσάνθη μπορεί να ακούγεται αστείο στον Λονδίνο ή το Παρίσι, για τα ελληνικά μισθολογικά δεδομένα ωστόσο είναι άθλος να συγκεντρώσει κανείς ένα τέτοιο ποσό. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, κατά μέσο όρο το 2024, τα νοικοκυριά στην ΕΕ δαπανούσαν το 19% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Μαντέψτε ποιοι είναι πρωταθλητές και σε αυτό τον δείκτη φτωχοποίησης… Τα υψηλότερα καταγράφηκαν στην Ελλάδα (36%), τη Δανία (26%), τη Σουηδία και τη Γερμανία (αμφότερες 25%), ενώ το χαμηλότερο στην Κύπρο (11%).
Στον μικρόκοσμο που συγκροτεί η κάθε πολυκατοικία αντανακλάται ολόκληρη η κοινωνία σε μικροκλίμακα. Κι η σχέση μικρο- εξουσίας ιδιοκτήτη – ενοικιαστή αντανακλά ευρύτερους πολιτικούς και ταξικούς συσχετισμούς δύναμης. Η μικρή χωρική απόσταση από τον πρώτο όροφο μέχρι το ρετιρέ μπορεί να είναι χαώδης με ταξικούς όρους – πόσο μάλλον η απόσταση από γειτονιά σε γειτονιά. Όμως, είτε μιλάμε για τα βόρεια είτε για τα δυτικά προάστεια, είτε για την μητρόπολη, είτε για την περιφέρεια, στην γεωγραφία της πολυκατοικίας πάντα οι γηγενείς είναι οι ιδιοκτήτες και οι νομάδες, οι ενοικιαστές. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποιοι υπαγορεύουν τους όρους του κυνηγιού.
Το πρώτο βήμα στο κυνήγι της στέγης είναι να διαβάζει κανείς μικρές αγγελίες – π.χ. «διαμέρισμα φωτεινό, ψηλοτάβανο, χαρακτήρας εποχής». Πως αποκωδικοποιείται αυτή αγγελία στην πραγματικότητα, ρωτάμε τον Θεμιστοκλή Μπάκα, πρόεδρο του Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates. «Μαρμάρινος νεροχύτης με ρωγμές, μονά τζάμια που αφήνουν τον δρόμο να μπαίνει μέσα, ξύλινα κουφώματα που φουσκώνουν τον χειμώνα και δεν κλείνουν το καλοκαίρι. Το μπάνιο έχει θερμοσίφωνα που δουλεύει «όταν θέλει». Το ενοίκιο όμως είναι σύγχρονο», λέει ο έμπειρος μεσίτης. «Όχι με βάση το σπίτι, αλλά με βάση την περιοχή. «Έτσι είναι η αγορά», λέει ο ιδιοκτήτης. Δεν έχει μπει στο διαμέρισμα εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Δεν το βλέπει όπως είναι, το βλέπει όπως θυμάται ότι ήταν».
Τρία μνημόνια και μια πανδημία - Η ζωή μετά
Όπως εξηγεί ο Μπάκας, «σε πολλές γειτονιές της Αθήνας, ιδίως στο κέντρο και στους παλιούς αστικούς άξονες, η καθημερινότητα συνεχίζει να γράφεται μέσα σε πολυκατοικίες μιας άλλης εποχής, που χτίστηκαν σε δεκαετίες μαζικής ανοικοδόμησης (’50–’70), με αρχιτεκτονική και υποδομές που σχεδιάστηκαν για διαφορετικές συνθήκες ζωής, διαφορετικές τιμές ενέργειας και διαφορετικά εισοδήματα. Η δεκαετία της κρίσης και τα χρόνια των μνημονίων άφησαν ένα διαρκές αποτύπωμα στη συντήρηση των πολυκατοικιών, που γίνεται συχνά «αντιδραστικά»: όταν σπάσει κάτι. Η προληπτική φροντίδα (που στην πράξη είναι πιο φθηνή μακροπρόθεσμα) δυσκολεύεται, γιατί απαιτεί συναίνεση, σχέδιο και σταθερή ροή χρημάτων στα κοινόχρηστα».
«Η πανδημία ανέβασε το σπίτι στο κέντρο της ζωής», λέει ο Μπάκας. Σε παλιές πολυκατοικίες αυτό ανέδειξε αδυναμίες που παλιότερα «καλύπτονταν» από το ότι απλώς λείπαμε πολλές ώρες: υγρασία/μούχλα σε κακομονωμένα διαμερίσματα, θόρυβο (παλιά κουφώματα, λεπτές μεσοτοιχίες), υπερθέρμανση το καλοκαίρι και κρύο τον χειμώνα. Παράλληλα, άλλαξε και η μικρο-κοινωνία της πολυκατοικίας: περισσότεροι ένοικοι «παρόντες» στην καθημερινότητα, περισσότερες διαφωνίες για ώρες κοινής ησυχίας, εργασίες, ανακαινίσεις, ακόμη και για τον τρόπο χρήσης των κοινόχρηστων».
Ο Νίκος Βράντσης είναι υποψήφιος διδάκτορας κοινωνικής γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα. Πως «διαβάζει» τη ζωή στην πολυκατοικία; «Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η πολυκατοικία μετατρέπεται σε συμπύκνωση των κοινωνικών ρηγμάτων που έχουν ανοίξει γύρω από την ιδιοκτησία κατοικίας. Σε μια χώρα με ένα πολύ παλιό απόθεμα κτιρίων και με μηδενικό απόθεμα κοινωνικής κατοικίας, το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους ανθρώπους που ζουν στο ενοίκιο και στους χαμηλόμισθους ιδιοκτήτες. Τα προγράμματα ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης λειτουργούν ως μηχανισμοί αναδιανομής προς τα πάνω, ωφελούν στην πράξη, αποκλειστικά τους πιο εύπορους ιδιοκτήτες, που μπορεί να καλύψει το «ίδιο κεφάλαιο» που χρειάζεται για τις επιδοτήσεις. Οι αναβαθμίσεις γίνονται κυρίως σε μεμονωμένα διαμερίσματα, ενώ τα ίδια τα κτίρια συνεχίζουν να καταρρέουν. Ενώ μετά τις αναβαθμίσεις, χωρίς έλεγχο στις τιμές, οι κατοικίες γίνονται απλησίαστες για την πλειοψηφία».
Τα μπλουζ της πολυκατοικίας
Όσα περιγράφει ο Βράντσης, τα κάνει νοητές φωτογραφίες ο Μπάκας. Οι εικόνες που βλέπει ο μεσίτης και οι συνεργάτες του καθημερινά στις πολυκατοικίες θα μπορούσαν να εμπνεύσουν τα σύγχρονα «Μικροαστικά», σαν τα εμβληματικά τραγούδια που έγραψαν κάποτε ο Κηλαϊδόνης με τον Νεγρεπόντη. Μας δίνει μερικά snapshot από την οθόνη της καθημερινότητας μας:
Η πολυκατοικία που «βάζει πετρέλαιο»
«Στη γενική συνέλευση, κάθε φθινόπωρο, η ίδια ερώτηση:
«Θα βάλουμε πετρέλαιο;» Τελικά «βάζουν» λίγο. Όχι για όλους. Δύο ώρες το πρωί, τρεις το βράδυ. Κάποιοι ζεσταίνονται, κάποιοι όχι. Κάποιοι πληρώνουν, κάποιοι χρωστάνε. Το καλοριφέρ δουλεύει περισσότερο ως αφορμή για καβγά, παρά ως μέσο θέρμανσης».
Τα σώματα που δεν ζεσταίνουν
«Τα καλοριφέρ είναι πια έπιπλα. Κρεμιούνται ρούχα, ακουμπάνε καρέκλες, σκουπίζονται μηχανικά».
Οι ορφανοί κοινόχρηστοι χώροι
«Η είσοδος έχει μάρμαρο, αλλά σπασμένο. Το φως ανάβει μόνο αν χτυπήσεις το κουμπί δυνατά. Ο πίνακας ανακοινώσεων έχει χαρτιά του 2008. Το κλιμακοστάσιο μυρίζει υγρασία. Η καθαρίστρια έρχεται «όταν μαζευτούν λεφτά». Το ασανσέρ δουλεύει, αλλά όλοι κρατάνε την ανάσα τους μέχρι να ανοίξει η πόρτα».
Το διαμέρισμα φάντασμα
«Δεν πληρώνει κοινόχρηστα, δεν ενοχλεί, δεν συμμετέχει. Απλώς καταλαμβάνει χώρο στον χρόνο».
Το ασανσέρ που λειτουργεί με πίστη
«Ο έλεγχος έχει γίνει, λένε. Κάποτε. Η συντήρηση πληρώνεται «όποτε μπορεί η πολυκατοικία». Κανείς δεν θέλει να είναι αυτός που θα πει ότι πρέπει να αλλάξει. Όλοι φοβούνται το ποσό πριν φοβηθούν την πτώση».
Το διαμέρισμα που «θα ανακαινιστεί»
«Οι πρίζες είναι παλιές. Ο πίνακας ηλεκτρικού είναι από άλλη εποχή. Το σπίτι είναι ψυχρό τον χειμώνα και αποπνικτικό το καλοκαίρι. Κι όμως, το ενοίκιο ανεβαίνει. Όχι γιατί το σπίτι βελτιώνεται, αλλά γιατί γύρω του άλλαξαν οι τιμές. Το σπίτι μένει ίδιο. Η αγορά αλλάζει».
Το γνώριμο μοτίβο
«Σε πολλές παλιές πολυκατοικίες βλέπει κανείς υδραυλικά με διαρροές ή παλιές σωληνώσεις, ηλεκτρολογικά που ακολουθούν πρότυπα άλλων δεκαετιών, ταράτσες και όψεις που «κρατούν» με μπαλώματα, όχι με ολοκληρωμένες παρεμβάσεις».
Την ίδια ώρα, τα ενοίκια φτάνουν στον Θεό. «Οι εκμισθωτές, αξιοποιώντας την οξυμένη ανάγκη για στέγη, ζητούν εξωφρενικά ενοίκια για σπίτια σε κατάσταση διάλυσης», λέει ο Βράντσης. «Με τα δικά μας ενοίκια πραγματοποιούν αποσπασματικές παρεμβάσεις στο ακίνητο και στη συνέχεια προχωρούν σε αυξήσεις. Ταυτόχρονα παριστάνουν τους ανήξερους απέναντι στη στοιχειώδη υποχρέωσή τους να εξασφαλίζουν συνθήκες κατοικησιμότητας, αρνούμενοι συστηματικά να κάνουν τις αναγκαίες επισκευές, παρότι ο νόμος το επιβάλλει.
» Χαλασμένα κλιματιστικά, κατεστραμμένα κουφώματα, ρωγμές στους τοίχους, ταβάνια που ξεκολλάνε και πέφτουν με κίνδυνο ατυχήματος δεν είναι εξαιρέσεις· είναι η κανονικότητα. Και όταν δεν υπάρχει οργανωμένος φορέας διεκδίκησης οι ενοικιαστριες φοβούνται να ζητήσουν όσα δικαιούνται. Πρόκειται για εμπειρίες που βιώνονται ατομικά, ενώ στην πραγματικότητα είναι συλλογικές. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να συλλογικοποιηθούν. Αυτό κάνουμε στην ένωση ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης».
dnews.gr
