Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο καφετέριες – Πώς μεταβαίνει σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο


Την αναίρεση των στερεοτύπων, όπως τα χαρακτηρίζει, που συνοδεύουν την ελληνική οικονομία επιχειρεί η νέα ανάλυση του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ). Ασκεί κριτική στο αφήγημα της οικονομίας της καφετέριας, το οποίο υποστηρίζει ότι η χώρα μας είναι εγκλωβισμένη σε ένα παρωχημένο παραγωγικό υπόδειγμα χαμηλής προστιθέμενης αξίας και παραγωγικότητας, βασιζόμενο αποκλειστικά στον τουρισμό.

Μέσα από τα μακροοικονομικά στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας, η μελέτη υποστηρίζει ότι η χώρα μεταβαίνει σε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αύξηση των εξαγωγών αγαθών –με ρυθμούς υψηλότερους από αυτούς του τουρισμού, που υπερβαίνουν ακόμα και αυτούς της Ιταλίας και της Ευρωζώνης– και την ταυτόχρονη ενίσχυση της μεταποιητικής βιομηχανίας και της διεθνώς ανταγωνιστικής γεωργίας-κτηνοτροφίας. Τονίζει βέβαια ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές δυσκλειτουργίες και αδυναμίες.

Παράλληλα, αναλύεται η δυναμική του τουριστικού τομέα, ο οποίος σύμφωνα με την ανάλυση αντί να λειτουργεί εις βάρος των υπόλοιπων κλάδων, δρα ως καταλύτης για την απασχόληση και τις επενδύσεις, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας. Τέλος, η μελέτη υποστηρίζει ότι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου δεν αποτελεί ένδειξη διαρθρωτικής αδυναμίας, αλλά αντανακλά λογιστικά τα αυξανόμενα πλεονάσματα του ισοζυγίου υπηρεσιών και των κεφαλαιακών εισροών.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι το στερεότυπο του παρωχημένου παραγωγικού μοντέλου συνδέεται συχνά από δύο παρατηρήσεις: το υψηλό και επίμονο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και την αύξηση της απασχόλησης στους κλάδους καταλυμάτων και εστίασης μετά το 2013. Με βάση αυτά εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία δεν αλλάζει μετά την κρίση, ότι παραμένει χαμηλής παραγωγικότητας και ότι η ανάπτυξή της είναι λόγω του τουρισμού εύθραυστη.

Ωστόσο, η ανάλυση υποστηρίζει ότι αυτή η ανάγνωση δεν αποτυπώνει ορθά τη μακροοικονομική εικόνα και, κυρίως, οδηγεί σε συμπεράσματα που εκτρέπουν τη συζήτηση από το ουσιαστικό: Πώς κεφαλαιοποιούνται οι πραγματικές θετικές μεταβολές και πώς αντιμετωπίζονται οι σοβαρές αδυναμίες και δυσλειτουργίες που εξακολουθούν να υφίστανται.

Εμπορικό ισοζύγιο και τουρισμός
Η μελέτη επισημαίνει ότι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτόματα ως ένδειξη παραγωγικής αποτυχίας. Συνδέεται λογιστικά με την εξέλιξη των λοιπών ισοζυγίων του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών, κυρίως με το ισοζύγιο υπηρεσιών και τον λογαριασμό κεφαλαίων. Οταν τα πλεονάσματα αυτά διευρύνονται, το εμπορικό έλλειμμα αυξάνεται μηχανιστικά, ανεξάρτητα από την πορεία των εξαγωγών αγαθών.

Στο ίδιο πλαίσιο, η μελέτη επισημαίνει ότι η εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών την τελευταία περίοδο σχετίζεται με τις καθαρές εισροές και τη διεύρυνση των πλεονασμάτων στα εξωτερικά ισοζύγια υπηρεσιών και κεφαλαίων, ενώ οι εξαγωγές αγαθών εμφανίζουν επίσης ισχυρή ανοδική δυναμική.

Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, με κρίσιμη διαφορά: Σήμερα, η εξωτερική θέση δεν στηρίζεται σε εκτεταμένο δημόσιο δανεισμό για την κάλυψη ανεξέλεγκτων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, αλλά σε διεθνώς εμπορεύσιμες υπηρεσίες και καθαρές εισροές κεφαλαίων, σημειώνει η μελέτη.

Η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώκει την εναρμόνισή της με τις χώρες της Ευρωζώνης με επιδίωξη πλεονασμάτων στο Εξωτερικό Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών με ουσιαστικό περιορισμό της εκρηκτικής αύξησης των εισαγωγών. Για την επίτευξη αυτού του στόχου και με δεδομένη τη χαμηλή αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας θα πρέπει να διατηρηθούν σε επαρκή επίπεδα η δημόσια αποταμίευση, δηλαδή τα Πρωτογενή Πλεονάσματα στη Γενική Κυβέρνηση και να αποφεύγεται η παροχή κινήτρων για εισροές μη-αναπτυξιακών κεφαλαίων από το εξωτερικό, ιδιαίτερα όταν κατευθύνονται στη χρηματοδότηση καταναλωτικών και μη παραγωγικών επενδυτικών δραστηριοτήτων, αναφέρει η μελέτη

Προς το νέο παραγωγικό υπόδειγμα
Το αφήγημα της οικονομίας του καφέ τείνει να παραβλέπει τις επιδόσεις στους τομείς που υποτίθεται ότι απουσιάζουν από την οικονομική μεγέθυνση, σύμφωνα με τη μελέτη. Αν ο πυρήνας του αναζητούμενου νέου παραγωγικού υποδείγματος είναι η αύξηση των εξαγωγών αγαθών, η ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής και η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, τότε τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία κινείται σταδιακά προς αυτή την κατεύθυνση εδώ και μια δεκαετία.

Ειδικότερα, την περίοδο 2009–2024 οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου +7%, ρυθμό που υπερβαίνει τόσο την επίσης σημαντική αύξηση των τουριστικών εισπράξεων (+5%), όσο και την αντίστοιχη επίδοση μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, ενώ μετά το 2015 η δυναμική ενισχύεται περαιτέρω (+7,8%). Παράλληλα, η μεταποιητική παραγωγή εμφανίζει σταθερή άνοδο από το 2013 έως το 2024, με ρυθμούς (+3%) υψηλότερους από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (+2,7%), ενώ η απασχόληση στη μεταποίηση αυξάνεται με διπλάσιο ρυθμό (+2,3%) από τη συνολική απασχόληση (+1,1%).

Η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας προσδιορίζεται τόσο από την αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών όσο και από τη σημαντική υποτίμηση της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας του ευρώ για την Ελλάδα, με βάση το Κόστος Εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (REERULC): -32,9% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2009 και -13,2% σε σχέση με το 2000.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην πορεία του αγροδιατροφικού τομέα, όπου η μεταβολή του εξωτερικού ισοζυγίου - από έλλειμμα €3 δισ. το 2008 σε πλεόνασμα €460 εκατ. το 2023, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ - αποτυπώνει βελτίωση διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε έναν κρίσιμο κλάδο.

Απασχόληση
Η ανάπτυξη του τουρισμού και των συνδεδεμένων κλάδων συνέβαλε καθοριστικά στη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι η ανάγνωση η Ελλάδα είναι μόνο καφετέριες δεν αντανακλά την πραγματική διάρθρωση της απασχόλησης. Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης δημιούργησαν περίπου το 19% των νέων θέσεων εργασίας μετά το 2013. Πρόκειται για σημαντικό ποσοστό, αλλά πολύ μακριά από το σχεδόν οι μισές που συχνά αναφέρεται.

Οι συγκρίσεις της κρίσης παραμορφώνουν την εικόνα
Ενα ακόμη θεμέλιο της κριτικής είναι η διαχρονική εξέλιξη των δεικτών παραγωγικότητας από το 2008. Η μελέτη υποστηρίζει ότι οι συγκρίσεις αυτές είναι προβληματικές, λόγω (α) των ακραίων δημοσιονομικών συνθηκών του 2008-2009 που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση, (β) της βαθιάς οικονομικής κρίσης 2009-2016 και (γ) της ριζικής αλλαγής στη μεθοδολογία μέτρησης του ΑΕΠ μετά το 2010 και τις αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις που υποεκτιμούν την πραγματική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, όπως τονίζεται ανελλιπώς στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΣΕΤΕ για την Ελληνική Οικονομία.

Αντίθετα, σε πιο πρόσφατες περιόδους κανονικότητας, όταν τα δεδομένα γίνονται πιο συνεπή και η οικονομία λειτουργεί ομαλότερα, η παραγωγικότητα εμφανίζει ικανοποιητικούς ρυθμούς αύξησης, ακόμη και παράλληλα με την σημαντική αύξηση της απασχόλησης, σύμφωνα με τη μελέτη. Μεταξύ 2017-2019 η παραγωγικότητα αυξήθηκε με Μεσο Ετήσιο Ρυθμό Μεταβολής (MEPM) +1,23% ενώ μεταξύ 2021-2025 αυξήθηκε με ΜΕΡΜ +1,9%.

Συγκριτικό πλεονέκτημα ο τουρισμός
Με βάση τα παραπάνω ευρήματα, η μελέτη καταλήγει ότι η ανάπτυξη του τουρισμού δεν πραγματοποιήθηκε εις βάρος της μεταποίησης ή της διεθνώς ανταγωνιστικής γεωργίας. Οι τομείς αυτοί αναπτύχθηκαν παράλληλα. Σε διεθνές επίπεδο, η αύξηση της παραγωγικότητας τείνει να είναι υψηλότερη όταν οι οικονομίες αξιοποιούν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Ο τουρισμός αποτελεί τέτοιο πλεονέκτημα για την Ελλάδα και η περαιτέρω αναβάθμισή του δεν συνιστά δομική αδυναμία, αλλά στρατηγικό πλεονέκτημα.



moneyreview.gr