Ως μια αποδοτική επένδυση μπορεί να λειτουργήσει η εξαγορά πλασματικών ετών, αρκεί να χρησιμοποιηθεί στον σωστό χρόνο και με σαφή στόχο.
Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, αν και το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι ενδιαφερόμενοι που τρέχουν να εξαγοράσουν έτη ασφάλισης προκειμένου να βγουν νωρίτερα στη σύνταξη ή να βελτιώσουν το τελικό ποσό αυτής, οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι η επένδυση στα πλασματικά είναι πιο πιθανό να αποδώσει όσο πιο κοντά βρίσκεται ο ασφαλισμένος στη θεμελίωση δικαιώματος.
Αντίθετα, όταν η απόσταση από τη συνταξιοδότηση είναι μεγάλη, το κόστος ενδέχεται να υπερβαίνει το προσδοκώμενο όφελος. Σύμφωνα με εργατολόγους και νομικούς που ασχολούνται με θέματα κοινωνικής ασφάλισης, τουλάχιστον οι μισοί ασφαλισμένοι εξαγοράζουν σήμερα έτη ασφάλισης, κυρίως για να θεμελιώσουν χρόνο συνταξιοδότησης στο Δημόσιο και για να συμπληρώσουν 40 έτη ασφάλισης ώστε να συνταξιοδοτηθούν στα 62. Προσοχή, όμως: Η έξοδος στη σύνταξη στο 62ο έτος ηλικίας είναι εφικτή για όσους έχουν τουλάχιστον 33-34 έτη πραγματικής ασφάλισης και μόνον αυτοί πρέπει να προχωρούν σε εξαγορά πλασματικών ετών ώστε να φτάσουν συνολικά τα 40 έτη.
Η συζήτηση για τη συνταξιοδότηση επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο καθώς ολοένα και περισσότεροι εργαζόμενοι επιλέγουν να επιταχύνουν την έξοδό τους από την αγορά εργασίας. Ο βασικός λόγος δεν είναι άλλος από τον φόβο μελλοντικών αλλαγών στα όρια ηλικίας, αλλά και η ανησυχία ότι όσο καθυστερεί η αποχώρηση, τόσο περιορίζεται η πραγματική αξία της σύνταξης. Σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, η έγκαιρη κατοχύρωση εξελίσσεται σε βασική στρατηγική.
Ταυτόχρονα, τα στοιχεία για το επίπεδο των συντάξεων ενισχύουν αυτή την τάση. Ενας στους πέντε συνταξιούχους λαμβάνει συνολικό εισόδημα από κύριες συντάξεις γήρατος, θανάτου και αναπηρίας που δεν ξεπερνά τα 500 ευρώ, ενώ έξι στις δέκα συντάξεις γήρατος παραμένουν κάτω από τα 1.000 ευρώ μεικτά. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που προβληματίζει έντονα τους ασφαλισμένους, οι οποίοι καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στο πότε θα αποχωρήσουν και στο τι σύνταξη θα λάβουν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εξαγορά πλασματικών ετών αποτελεί μια στοχευμένη παρέμβαση στον ασφαλιστικό χρόνο, που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Οι βασικές παράμετροι έχουν ως εξής:
Ποια πλασματικά έτη μπορούν να αναγνωριστούν;
Οι ασφαλισμένοι έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν χρόνο σπουδών, στρατιωτικής θητείας, τέκνων, περιόδους ανεργίας, ασθένειας και κενά διαστήματα ασφάλισης. Σημειώνεται ότι ορισμένοι χρόνοι, όπως η επιδοτούμενη ανεργία και ασθένεια, αναγνωρίζονται χωρίς κόστος, αλλά δεν αυξάνουν το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης.
Πόσα έτη μπορούν να εξαγοραστούν;
Το ανώτατο όριο εξαρτάται από το έτος θεμελίωσης. Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα από το 2014 και μετά, μπορούν να εξαγοράσουν έως 7 έτη, γεγονός που δίνει σημαντική ευελιξία στη συμπλήρωση της 40ετίας. Πόσο κοστίζει η εξαγορά; Το κόστος υπολογίζεται στο 20% των μηνιαίων αποδοχών κατά τον χρόνο της αίτησης. Για χαμηλόμισθους εργαζομένους, με βάση τον κατώτατο μισθό, η δαπάνη φτάνει περίπου τα 184 ευρώ τον μήνα ή άνω των 2.200 ευρώ ετησίως. Οσο υψηλότερος ο μισθός, τόσο αυξάνεται το συνολικό κόστος. Ηδη, από την 1η Απριλίου, η εξαγορά είναι ακριβότερη κατά 8 ευρώ τον μήνα λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού.
Πότε συμφέρει πραγματικά; Η εξαγορά είναι ιδιαίτερα συμφέρουσα όταν οδηγεί άμεσα σε θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Για παράδειγμα, εργαζόμενος με 33-34 έτη ασφάλισης μπορεί, μέσω εξαγοράς, να φτάσει τα 40 έτη και να συνταξιοδοτηθεί στα 62. Σε αυτή την περίπτωση, το όφελος είναι διπλό: ταχύτερη έξοδος και καλύτερη σύνταξη.
Αυξάνει σημαντικά τη σύνταξη;
Η απάντηση είναι θετική, ιδίως μετά τα 30 έτη ασφάλισης, που τα ποσοστά αναπλήρωσης αυξάνονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, η διαφορά μεταξύ μειωμένης και πλήρους σύνταξης μπορεί να ξεπερνά τα 250-300 ευρώ μηνιαίως. Πότε μπορεί να γίνει η αίτηση; Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, ακόμη και ταυτόχρονα με την αίτηση συνταξιοδότησης. Ωστόσο, ο χρόνος υποβολής επηρεάζει άμεσα το κόστος και γι’ αυτό απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός. Πώς γίνεται η πληρωμή; Οι επιλογές περιλαμβάνουν εφάπαξ καταβολή (με έκπτωση έως 2% ανά έτος), εξόφληση σε μηνιαίες δόσεις ή παρακράτηση από τη σύνταξη. Η επιλογή εξαρτάται από τις οικονομικές δυνατότητες του ασφαλισμένου.
Η καλύτερη στιγμή για την αίτηση και την απόσβεση της δαπάνης
Παρά τα σημαντικά κέρδη που μπορεί να προσφέρει η εξαγορά πλασματικών ετών, όπως σε κάθε επένδυση η διαδικασία δεν είναι χωρίς κινδύνους. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις, λανθασμένες επιλογές ή ελλιπής πληροφόρηση μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομικές επιβαρύνσεις που δύσκολα ανακτώνται. Γι’ αυτό και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς πρόκειται ουσιαστικά για μια επένδυση που πρέπει να αποδώσει σε βάθος χρόνου.
Το πρώτο και βασικότερο σημείο που πρέπει να εξετάσουν οι ασφαλισμένοι είναι το κόστος, καθώς η εξαγορά συνδέεται άμεσα με το ύψος των αποδοχών και υπολογίζεται ως ποσοστό επί του μισθού. Αυτό σημαίνει ότι όσο υψηλότερος είναι ο μισθός κατά τον χρόνο της αίτησης, τόσο αυξάνεται και το συνολικό ποσό που θα απαιτηθεί. Σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά για εργαζομένους με μεσαία ή υψηλά εισοδήματα, το κόστος μπορεί να φτάσει σε επίπεδα που απαιτούν πολλά χρόνια για να αποσβεστούν μέσω της αύξησης της σύνταξης. Βέβαια, δεν είναι λίγοι οι ασφαλισμένοι που επιλέγουν μεν την ταυτόχρονη συνταξιοδότηση και εξαγορά, συνεχίζοντας όμως και την εργασία τους, κάνοντας χρήση του ευνοϊκού πλαισίου που ισχύει για την απασχόληση συνταξιούχων.
Κι εδώ ερχόμαστε σε έναν εξίσου κρίσιμο παράγοντα, τον χρονισμό της αίτησης. Η επιλογή της χρονικής στιγμής μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το τελικό ποσό. Για παράδειγμα, εάν η αίτηση γίνει σε περίοδο αυξημένων αποδοχών –λόγω προαγωγής ή επιδομάτων–, το κόστος εκτοξεύεται. Αντίθετα, σε περιόδους χαμηλότερων εισοδημάτων, η εξαγορά μπορεί να αποδειχθεί αισθητά φθηνότερη. Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα και σε ορισμένες περιπτώσεις μεταφράζεται σε χιλιάδες ευρώ. Σημαντική είναι, δε, και η δυνατότητα επιλογής παρακράτησης της δόσης εξαγοράς από τη σύνταξη, κυρίως εάν ο ενδιαφερόμενος συνεχίσει να εργάζεται.
Ενα ακόμη συχνό λάθος είναι η μη αξιοποίηση των δωρεάν αναγνωριζόμενων χρόνων. Περίοδοι επιδοτούμενης ανεργίας ή ασθένειας μπορούν να προσμετρηθούν για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος χωρίς κόστος. Ωστόσο, πολλοί ασφαλισμένοι σπεύδουν να εξαγοράσουν χρόνο χωρίς πρώτα να εξετάσουν αν μπορούν να καλύψουν μέρος των απαιτήσεων μέσω αυτών των δωρεάν επιλογών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στην εκτίμηση του πραγματικού οφέλους. Δεν οδηγεί κάθε εξαγορά σε ουσιαστική αύξηση της σύνταξης. Εάν η αναγνώριση δεν συμβάλλει άμεσα στη θεμελίωση δικαιώματος ή δεν αυξάνει σημαντικά το ποσοστό αναπλήρωσης, τότε το οικονομικό όφελος μπορεί να είναι περιορισμένο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το ποσό που καταβάλλεται ενδέχεται να μην επιστρέψει ποτέ πλήρως στον ασφαλισμένο.
Παράλληλα, η ψυχολογική πίεση για ταχύτερη έξοδο στη σύνταξη οδηγεί συχνά σε βεβιασμένες αποφάσεις. Ο φόβος μελλοντικών αλλαγών στο ασφαλιστικό σύστημα ή αύξησης των ορίων ηλικίας μπορεί να ωθήσει τους ασφαλισμένους να προχωρήσουν σε εξαγορές χωρίς ολοκληρωμένη μελέτη. Το αποτέλεσμα είναι επιλογές που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες ή δυνατότητές τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει μία ενιαία λύση για όλους. Η κάθε περίπτωση είναι μοναδική και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως τα συνολικά έτη ασφάλισης, η ηλικία, το εισόδημα, αλλά και οικογενειακά δεδομένα. Η εξατομίκευση της ανάλυσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη ορθής απόφασης.
Ενα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι ο χρόνος απόσβεσης της δαπάνης. Δηλαδή, σε πόσα χρόνια η αύξηση της σύνταξης θα καλύψει το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να είναι μεγάλος, γεγονός που μειώνει την ελκυστικότητα της επιλογής, ιδίως για όσους βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση.
monetreview.gr
