Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Υποψήφιοι σε απόγνωση: Η γενιά των αλλεπάλληλων κρίσεων στο έλεος των Πανελλαδικών


Οι Πανελλαδικές εξετάσεις είναι για τους εφήβους μία εμπειρία που για χρόνια παραμένει ανεξίτηλη στις μνήμες τους. Το άγχος, η πίεση, η αμφιβολία κυριαρχούν για τα τουλάχιστον δύο χρόνια που διαρκεί η πραγματική προετοιμασία των υποψηφίων, ενώ το βάρος της επιτυχίας που καθορίζει το μέλλον τους φαντάζει ασήκωτο.

Μέχρι σήμερα, το εκπαιδευτικό σύστημα, και κατ’ επέκταση οι γονείς, τα σχολεία και τα φροντιστήρια προτάσσουν τις Πανελλαδικές ως ίσως τον μοναδικό τρόπο να «πετύχει» κανείς στην επαγγελματική του ζωή. Ετσι, η είσοδος των παιδιών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αντί να είναι ένα ταξίδι που θα τους προσφέρει γνώσεις, εμπειρίες και εφόδια για τη μετέπειτα ζωή τους, καταλήγει ένας αγώνας δρόμου, όπου ο «ισχυρότερος» βαθμολογικά θεωρείται και ο πιο επιτυχημένος.

Για μια ακόμη φέτος τίθεται υπό αμφισβήτηση αν οι Πανελλαδικές εξετάσεις και ο τρόπος διεξαγωγής τους είναι συμβατά με την ψυχική υγεία των παιδιών και κατά πόσο πράγματι τα προετοιμάζουν για τις πραγματικές συνθήκες που θα συναντήσουν στην αγορά εργασίας. Και η αμφισβήτηση αυτή τη φορά πυροδοτήθηκε από μία ασύλληπτη τραγωδία: τον θάνατο των δύο 17χρονων μαθητριών στην Ηλιούπολη. Η αυτοχειρία τους έδωσε στη συζήτηση γύρω από τον αυξανόμενο ρυθμό εμφάνισης ψυχικών ασθενειών στους νέους έναν ακόμα πιο επείγοντα χαρακτήρα.

Ταυτόχρονα, γεννώνται νέα ερωτήματα για το κατά πόσο το εκπαιδευτικό σύστημα είναι κατάλληλο για τη νέα γενιά εφήβων, η οποία, όπως λέει στη ROSA η κλινική ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια, Χριστίνα Παξινού, μεγαλώνει «πολύ πιο πιεσμένη συναισθηματικά από ό,τι παλιότερα».

«Τα παιδιά ζουν σε μία εποχή συνεχούς σύγκρισης, υπερπληροφόρησης και μεγάλης ανασφάλειας. Από πολύ μικρή ηλικία αισθάνονται ότι πρέπει να είναι “αρκετά”, Αρκετά καλοί μαθητές, αρκετά όμορφα, αρκετά επιτυχημένα, αρκετά κοινωνικά. Η αύξηση των ψυχικών διαταραχών είναι κάτι που παρατηρούμε τόσο στα γραφεία μας, όσο και στις ίδιες τις σχολικές κοινότητες. Αυτό δημιουργεί μία διαρκή εσωτερική ένταση. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Οικονομική κρίση, πανδημία, κοινωνική αβεβαιότητα. Τα παιδιά απορροφούν το άγχος των ενηλίκων, ακόμη και όταν εκείνοι δεν το εκφράζουν έμμεσα», μας λέει η Χριστίνα Παξινού.

Αναμφίβολα, οι μαθητές που πέρασαν από τις σχολικές τάξεις και τη δοκιμασία των Πανελλαδικών τα τελευταία 15-16 χρόνια, έζησαν διαρκείς κοινωνικοοικονομικές μεταβολές- η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση χρέους στην Ελλάδα, η πανδημία, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή- , οι οποίες δημιούργησαν έλλειψη σταθερότητας, απαραίτητη για έναν νέο άνθρωπο ο οποίος καλείται να «ονειρευτεί» και να σχεδιάσει το μέλλον του.

«Οι νέοι ακούνε συνεχώς για δυσκολίες, κρίσεις, αβεβαιότητα, ανταγωνισμό. Βλέπουν γονείς εξαντλημένους, μία κοινωνία κουρασμένη και ένα μέλλον που μοιάζει συχνά απρόβλεπτο. Αυτό δημιουργεί υπαρξιακή αγωνία από πολύ νωρίς. Θεωρώ επίσης πολύ επιβαρυντική την κουλτούρα της συνεχούς επίδοσης. Τα παιδιά δεν προλαβαίνουν να "είναι" αφού πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν κάτι. Και όταν μεγαλώνεις με την αίσθηση ότι η αξία σου εξαρτάται από την απόδοσή σου, τότε η αποτυχία βιώνεται σχεδόν σαν προσωπική κατάρρευση», επισημαίνει η Χριστίνα Παξινού.

Η Αντιγόνη Κριπαροπούλου, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Λύκειο και έχει αφιερώσει πολλά χρόνια σε διάφορες θέσεις ως εκπαιδευτικός, παρατηρεί επίσης αύξηση στους μαθητές που αντιμετωπίζουν θέματα ψυχικής υγείας. «Υπάρχουν καταγεγραμμένες έρευνες που δείχνουν αλματώδη αύξηση του ποσοστού που σχετίζεται με τις ψυχικές διαταραχές. Όταν είσαι βέβαια εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται να παρακολουθείς τις στατιστικές. Το διαπιστώνεις καθημερινά στον μικρόκοσμο του σχολείου σου. Κάθε χρόνο στην αρχή της χρονιάς όλο και περισσότεροι γονείς προσέρχονται στο σχολείο για να καταθέσουν διαγνώσεις που αφορούν ψυχικές νόσους καθώς και τα έντυπα της ιατρικής συνταγογράφησης φαρμακευτικών αγωγών. Πολύ συχνά εκδηλώνονται κρίσεις πανικού από παιδιά με έντονα συμπτώματα. Ορισμένες απουσίες έχουν σχέση με την ψυχική κατάσταση των παιδιών και αυτό διαπιστώνεται από τα δικαιολογητικά που προσκομίζουν», αναφέρει.

Η ίδια σημειώνει, επίσης, πως το σχολείο δεν είναι έτοιμο να διαχειριστεί την αύξηση των ψυχικών ασθενειών στους νέους, καθώς με τη μέση σχολική τάξη στα αστικά κέντρα να αριθμεί 25 παιδιά με διαφορετικές ανάγκες το καθένα, τόσο οι εκπαιδευτικοί όσο και οι ελάχιστοι ψυχολόγοι δεν επαρκούν ούτε για να γίνουν τα μαθήματα ποιοτικά ούτε για να εστιάσουν ως ειδικοί στην κάθε περίπτωση.

«Για λόγους "οικονομίας" ο κρατικός μηχανισμός δεν μειώνει τον αριθμό των παιδιών στα τμήματα. Ο/η εκπαιδευτικός πρέπει να ολοκληρώσει την ύλη, να εξασκήσει τα παιδιά στα θέματα της τράπεζας θεμάτων και να ενδιαφερθεί για τις ανησυχίες ή τα αδιέξοδά τους. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουμε βασικές αρχές ψυχολογίας και παιδαγωγικής, αλλά δεν είμαστε ειδικοί πάνω σε τέτοια θέματα. Πόσο εφικτό λοιπόν είναι οι εκπαιδευτικοί να αντιμετωπίσουν θέματα ψυχικής υγείας στις συνθήκες που ανέφερα παραπάνω; Ζητάμε ειδικούς ψυχικής υγείας στα σχολεία και η πραγματικότητα ποια είναι;...



Rosa.gr