Επειτα από πολλές εκατονταετίες, η Ελλάδα γνώρισε τον Ιούλιο του 1987 τον πρώτο μεγάλο καύσωνα της Ανθρωποκαίνου, με τουλάχιστον 2.000 θερμόπληκτους, και τότε συνειδητοποίησε, με τρόπο οδυνηρό, το μέγεθος του κινδύνου που εγκυμονούν τα ακραία θερμικά επεισόδια για την κοινωνία και την οικονομία. Ο καύσωνας εκείνος έμεινε στην ιστορία ως σημείο αναφοράς. Εκτοτε, ωστόσο, εθιστήκαμε σταδιακά στη λογική της αυξανόμενης συχνότητας των καυσώνων, μέσα στην κλιματικά ασταθή εποχή που διανύουμε.
Το μέλλον θα κριθεί από τα μέτρα που θα ληφθούν σε παγκόσμια κλίμακα. Για εμάς δε, τους κατοίκους της Μεσογείου, η επιφανειακή θερμοκρασία της θάλασσας αναδεικνύεται εφεξής σε παράγοντα ολοένα και πιο καθοριστικό. Ηδη οι επιφανειακές θερμοκρασίες των ελληνικών θαλασσών, κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, υπερβαίνουν τις κανονικές τιμές κατά 2 έως και 3,5 βαθμούς Κελσίου. Είναι ακριβώς αυτές οι θερμικές ανωμαλίες που τροφοδότησαν την ατμόσφαιρα με την ενέργεια και τους υδρατμούς οι οποίοι μετουσιώθηκαν στις μεγάλες καταστροφές του «Ιανού» και του «Ντάνιελ».
Φέτος οι προβλέψεις για το Αιγαίο και το Ιόνιο δίνουν τιμές θερμοκρασίας θάλασσας αυξημένες κατά περίπου 2 βαθμούς Κελσίου, σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1971-2000. Σημειώνεται ότι κατά το θέρος του 1987 οι θερμοκρασίες στη θάλασσα σε Ιόνιο και Αιγαίο ξεπέρασαν λιγότερο από 0,5 βαθμό Κελσίου τον μέσο όρο της περιόδου 1971-2000. Υπό το φως τέτοιων προβλέψεων, καθίσταται προφανές ότι πολύ δύσκολα θα αποφευχθεί η επανεμφάνιση καύσωνα, όχι κατ’ ανάγκην ισχυρού, εντός των προσεχών δύο μηνών.
Ο Χρήστος Ζερεφός είναι εθνικός εκπρόσωπος για την Κλιματική Αλλαγή, πρόεδρος του Διεθνούς Κοινού των Ακαδημιών
.jpg)