Χρονογράφημα του Νίκου Κασσαβέτη, Δικηγόρου
(Στη μνήμη των χρονογράφων των τοπικών εφημερίδων
"Εύβοια" και "Εύριπος", που πρώτοι κατέγραψαν τα καθέκαστα)
Είναι νύχτα του Ιουλίου, παραμονή της εορτής, και η Χαλκίδα δεν κοιμάται. Ούτε πρόκειται να κοιμηθεί ως το πρωί — όχι από αϋπνία, αλλά από πρόθεση. Έτσι ήταν πάντα, τουλάχιστον όσο πίσω μπορεί να θυμηθεί κανείς: η παραμονή της Αγίας Παρασκευής δεν είναι βράδυ για ύπνο, είναι βράδυ για αγρυπνία. Και η αγρυπνία αυτή, όπως σημείωνε χρονογράφος του 1879, «πολύν προσείλκυσε κόσμον, χάρις μάλιστα εις τον μέγαν φανόν της νυκτός, όστις εκόσμει τον ουρανόν την νύκτα εκείνην». Ο ναός φωτισμένος σαν σκηνικό θεάτρου, ο κόσμος στριμωγμένος στα στασίδια και στο δάπεδο, και πάνω απ' όλα, η εικόνα.
Το έθιμο με το κόλλημα της πεντάρας
Δίπλα στην εικόνα στεκόταν πάντα κάποιος προσκηνυτής έτοιμος
να δει το θαύμα — το μικρό, καθημερινό θαύμα που ζητούσε ο απλός λαός, όχι τη
σωτηρία της ψυχής, αλλά μια απάντηση στο ερώτημα αν θα πάει καλά η χρονιά. Το
έθιμο ήταν απλό ως τη λιτότητα: έβρεχες μια πεντάρα —ή όποιο νόμισμα είχες
πρόχειρο στην τσέπη— με σάλιο, και τη κολλούσες πάνω στην εικόνα. Αν έμενε
κολλημένη, η τύχη σου ήταν καλή. Αν έπεφτε, ε, τότε ο Θεός γνώριζε καλύτερα.
«Πολλοί και πολλαί απεπειράθησαν να δοκιμάσωσι την τύχην των
διά κολλήματος νομίσματος επί της εορταζούσης εικόνος», έγραφε η εφημερίδα
«Εύβοια» το 1879, με τον απαθή, σχεδόν αστυνομικό τόνο που είχαν οι χρονογράφοι
όταν κατέγραφαν κάτι που θεωρούσαν αυτονόητο, καθημερινό, δίχως ανάγκη
σχολιασμού. Δεν φανταζόταν κανείς τότε πως το έθιμο θα σβήσει.
Κι όμως σβήνει. Το 1912, ο χρονογράφος της εφημερίδας
«Εύριπος» —πλέον με νοσταλγία, όχι με απάθεια— καταγράφει την επισημοποίηση της
εξόδου της εικόνος «δι' επιτάγματος», ως «τοπικήν επίσημον τελετήν», υπεράνω
πλέον του καθαρά θρησκευτικού πνεύματος. Και προσθέτει, με μια φράση που αξίζει
να σταθεί κανείς: «Ολίγον κατ' ολίγον θα λείψη μία άλλη καλή συνήθεια
θρησκευτική, ωφέλιμη τε και δι' την Εκκλησίαν, το δι' όλης της νυκτός
προσκύνημα της εικόνος, και το κόλλημα της πεντάρας, όπισθεν της οποίας
συνετρίβοντο ελπίδες χρυσαί».
Ελπίδες χρυσές πίσω από μια πεντάρα. Δεν χρειάζεται σχόλιο
αυτή η φράση — μιλάει μόνη της για το πόσο βαριά ήταν η πίστη μέσα σε ένα τόσο
ελαφρύ νόμισμα.
Η νύχτα μέσα στον ναό
Παράλληλα με το κόλλημα της πεντάρας, υπήρχε και το άλλο
έθιμο, το πιο σωματικό, το πιο απτό: η νυκτερινή κατάκλιση εντός του ναού. Δεν
αρκούσε η προσευχή. Έπρεπε ο πιστός να κοιμηθεί εκεί, μέσα στον οίκο της Αγίας,
σαν να ζητούσε από τον ύπνο του να γίνει ο ίδιος αναφορά, γραπτή αίτηση προς
τον ουρανό. Ο εκκλησιασμός εκείνης της νύχτας δεν ήταν λειτουργία με ωράριο,
ήταν κατάληψη χώρου, μια πολιορκία της Χάριτος από χιλιάδες σώματα που ζητούσαν
να μείνουν όσο πιο κοντά γίνεται στο θαύμα. Παρατηρούνταν δε σχετικές
διανυκτερεύσεις εντός και εις τον περίβολον και στην μικρή εκκλησία αφιερωμένη
στην Αγία Παρασκευή, στην περιοχή των Χαλίων.
Το έθιμο αυτό, μαζί με το κόλλημα της πεντάρας, αποτελούσαν
δίδυμη τελετουργία — η μια νυχτερινή παρουσία, η άλλη υλική προσφορά. Και οι
δύο, όπως προαναφέρθηκε, έμελλε να λιγοστέψουν με τον καιρό, καθώς η
επισημοποίηση της γιορτής, με στρατό, σάλπιγγες και επίσημους, αντικαθιστούσε σιγά-σιγά
την αυθόρμητη, ακατέργαστη λαϊκή λατρεία με κάτι πιο τακτοποιημένο, πιο
"αξιοπρεπές" — και σαφώς λιγότερο συγκινητικό.
Όταν η Πολιούχος θεράπευσε τον Βασιλέα Κωνσταντίνο Α’
Υπήρξε όμως μια στιγμή που η πίστη αυτή, η λαϊκή, η
ανορθόδοξη σχεδόν στην απλότητά της, βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο εθνικής
ιστορίας.
Ήταν η άνοιξη του 1915. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος έπασχε βαριά
— τόσο βαριά που η χώρα ολόκληρη κρατούσε την αναπνοή της. Και τότε, σε μια
κίνηση που δείχνει πόσο βαθιά ήταν ριζωμένη η πίστη στη θαυματουργή δύναμη της
εικόνας, η Πολιούχος της Χαλκίδας μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στα ίδια τα Ανάκτορα,
«παρά το προσκεφάλαιον Αυτού βαρέως ασθενούντος» — δίπλα στο προσκέφαλο του
άρρωστου Βασιλέα, μαζί με την Ευαγγελίστρια της Τήνου, άλλη μια θαυματουργή εικόνα
που κλήθηκε στο ίδιο ραντεβού με τη θεία Πρόνοια.
Και το θαύμα, λένε τα χρονικά, έγινε. «Η θεία χάρις διά της
ευλαβείας των δακρύων της πίστεως ενός ολοκλήρου λαού διέσωσε τον Βασιλέα,
εχάρισε την υγείαν Αυτού, αλλά και ενεφύσησε την δύναμιν της πίστεως εις τον
λαόν Του».
Στις 18 Ιουλίου 1915 η εικόνα επέστρεψε στη Χαλκίδα εν
πομπή. Δεν ήταν απλή μεταφορά — ήταν θρίαμβος. Ο αρχιμανδρίτης Γερμανός
Βαϊκόπουλος, που την είχε συνοδεύσει ήδη από την Αθήνα, βάδιζε μπροστά•
ακολουθούσαν ο Νομάρχης Κορομηλάς, ο Μέραρχος Δελαγραμμάτικας με τη φρουρά
παρατεταγμένη, ο Δήμαρχος Νικόλαος Κακαράς, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου
Μιχαήλ Καλλίας. Όλη η Χαλκίδα, γράφει ο χρονογράφος, «πολλήν ώραν προ της
αφίξεως του εσπερινού τραίνου είχε καταλάβει τον ευρύν χώρον» γύρω από τον
Σιδηροδρομικό Σταθμό. Οι κώδωνες όλων των ναών της πόλεως κτυπούσαν χαρμόσυνα.
Ο κόσμος σταυροκοπιόταν, δάκρυζε, ακολουθούσε την πομπή.
Στον ναό, όπου έφτασε τελικά η εικόνα ανάμεσα σε πλήθος
«πάσης τάξεως και ηλικίας», ψάλθηκε σύντομη δοξολογία, και το πλήθος —μαζί, σαν
μία φωνή— φώναξε: «Ζήτω ο Βασιλεύς! Ζήτω το Έθνος!»
Ο τίτλος που έδωσε ο χρονογράφος των εφημερίδων της εποχής
στο γεγονός δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττος: «Διπλή νίκη». «Ο Βασιλεύς
εθεραπεύθη και το Έθνος εσώθη», έγραφε, γιατί η Αγία στάλθηκε «και ως ιατρός
ενός Βασιλέως και ως υπέρμαχος ενός Έθνους». Στα μάτια ενός λαού πολεμικά
δοκιμασμένου, η υγεία του ηγεμόνα και η σωτηρία της πατρίδας ήταν το ίδιο
πράγμα — και και τα δύο τα χρωστούσαν σε μια εικόνα από τη Χαλκίδα.
Δεν έλειψε βέβαια ο σκεπτικισμός• κανένας χρονογράφος της
εποχής δεν αγνοούσε πως ζούσε «εν αιώνι καθ' ον η αμφιβολία είναι το δηλητήριον
της ψυχής και η απιστία είναι η σύγχρονος σοφία». Αλλά ακριβώς γι' αυτό,
πρόσθετε, το γεγονός παρηγορεί και ενθαρρύνει — ο λαός, πιστεύοντας στην
τελεσιουργό δύναμη της πίστεως, είδε την αποσόβηση όλων των κινδύνων που
απείλησαν τη ζωή του Βασιλέως του.
Η πανήγυρη και τα τραγελαφικά της
Κι ύστερα, φυσικά, ήταν το πανηγύρι. Γιατί όσο θεϊκή κι αν
ήταν η αφορμή, η Χαλκίδα δεν ξέχασε ποτέ να γιορτάζει και με τα πόδια στη γη.
«Ιδού μία περίοδος βίου της πόλεως ημών», έγραφε ο
χρονογράφος του 1912, «την οποίαν βλέπομεν μετά πολλού ενδιαφέροντος». Έμποροι,
βιομήχανοι, βιοτέχνες, αμπελοκτήμονες — όλος ο κόσμος της συναλλαγής και όλος ο
κόσμος της διασκεδάσεως έβρισκε στο πανηγύρι την ετήσια ευκαιρία του. Το χρήμα
κυκλοφορούσε, τα βαλάντια πλήρωναν στις ανάγκες, μεταξωτά και βαμβακερά,
μάλλινα και σκεύη, όλα προσφέρονταν σε συμφέρουσες τιμές, κι ο κόσμος επέστρεφε
στο σπίτι φορτωμένος, «προς χαράν της οικογενείας».
Άλλοι, γράφει με καυστική διάθεση ο ίδιος χρονογράφος,
«καταναλίσκουν λαμπρώς χοίρους και χοιρίδια», κι άλλοι πάσχουν από το στομάχι
τους ζηλεύοντας την ευωχία τους — δεινοί επιχειρηματίες και παλαιοί
κουτσοδόντηδες που τώρα δεν έχουν δόντια για να χρησιμοποιήσουν.
Τα κέντρα διασκεδάσεως ήταν φέτος αρκετά, θυμάται. Στην
Παλίρροια η Μαρία, με φωνή που «υπήρξε πάντοτε εξαίρετος», είχε ορχήστρα «της
Γέφυρας» — δυστυχώς οι δύο ήταν χωρισμένες προς μεγάλη λύπη των φιλομούσων. Στο
καφενείο του Παπαγάλου βασίλευε η Όλγα με την «κομπανία των ανατολικών
ασμάτων»• τραγουδούσε τον Κωτσομήτρο, τον Μελάν, κι όσο ο χρόνος περνούσε από
την «Όλγα», το κοινό στράφηκε στη Μαρίκα, «ωραιότητα και φωνή λιγυράν». Ο
αμανές της, όμως, σατιρίζει ο χρονογράφος, «όχι καρδιές, αλλά πέτρες σχίζει» —
κακόγουστη, ίσως, αλλά αδιάκοπτη πηγή γέλιου για τους ακροατές.
Ο δήμαρχος Νικόλαος Κακαράς επαινέθηκε για τη φροντίδα του
φωτισμού στην οδό Αριστοτέλους (σημερινή Βενιζέλου), η αστυνομική αρχή για την
τηρηθείσα τάξη — «ουδέν λυπηρόν συνέβη» εκτός από δύο επεισόδια στο καφενείο
«Παρνασσός». Και οι Αθηναίοι επισκέπτες, όσοι φοβέρισαν στην αρχή του
καλοκαιριού πως θα λείψουν, τελικά ήρθαν κι εφέτος, «καθυστερημένοι μεν αλλά
και εφέτος», σχολιάζει με νόημα ο χρονικογράφος για την τυχόν κοσμική επίδειξη
κάποιων παλιρροϊκών κυριών.
Και όμως, ακόμη και μέσα στην ίδια αυτή ζωντάνια, υπήρχε
πάντα κάποιος να θρηνήσει τι χανόταν. Το 1886, ο χρονογράφος του «Εύριπου»
δανείζεται τη φωνή ενός Γέρου —μια λογοτεχνική μάσκα, αλλά και ειλικρινή
ένσταση— που παραπονιέται πως κανένας πια δεν τον βοήθησε στην ανάγκη του,
«ούτε αστυνόμος, ούτε δήμαρχος, ούτε νομάρχης», και θρηνεί «την τόσην ωραιότητα
της παλαιάς σου αγαπητής» πανηγύρεως που χάνεται. «Φεύγεις ναι, αλλά δεν
πιστεύομεν εις αγανάκτησιν λόγους, πιστεύομεν ότι μετά 365 ημέρας θα σε ίδωμεν πάλιν,
ίσως ακμαιότερην και ωραιοτέραν».
Έτσι έκλεινε κάθε φορά το πανηγύρι — με την υπόσχεση της
επόμενης χρονιάς, με τη βεβαιότητα πως η Αγία θα ξανάρθει, πως η πεντάρα θα
ξανακολλήσει, πως ο ναός θα ξανανοίξει τις πόρτες του για μια ακόμη νύχτα
αγρυπνίας. Πίστη λαϊκή, πίστη πρακτική, πίστη που δεν ζήτησε ποτέ αποδείξεις —
μόνο μια πεντάρα κολλημένη πάνω σε μια εικόνα, κι ένα θαύμα, κάπου-κάπου, να τη
δικαιώνει.
Σημ: Το κείμενο συντέθηκε με βάση αποσπάσματα από τις
εφημερίδες "Εύβοια" (1876, 1879, 1880, 1912) και "Εύριπος"
(1886), καθώς και δημοσιεύματα του 1915 για την επιστροφή της θαυματουργού
εικόνος της Αγίας Παρασκευής στη Χαλκίδα, και τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα
μεταφέρονται αυτούσια από τις εφημερίδες της εποχής.
