Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Αλλάζουν εισφορές και παροχές για αστυνομικούς, πυροσβέστες και λιμενικούς


Μία από τις βασικότερες αλλαγές αφορά το ύψος των εισφορών για τον κλάδο συνταξιοδοτικών παροχών.

Γράφει ο Θανάσης Κουκάκης

Νέους κανόνες για τις εισφορές, αλλά και για τις παροχές σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας, ατυχήματος ή ασθένειας, φέρνει η τροποποίηση του καταστατικού του Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης Αστυνομικών, Πυροσβεστών και Λιμενικών (ΤΕΑΑΠΛ), η οποία εγκρίθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Μία από τις βασικότερες αλλαγές αφορά το ύψος των εισφορών για τον κλάδο συνταξιοδοτικών παροχών. Η μηνιαία εισφορά δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από 27 ευρώ ούτε υψηλότερη από 497 ευρώ. Για όσους ασφαλίζονται αποκλειστικά στον κλάδο συνταξιοδοτικών παροχών και όχι παράλληλα στον κλάδο συμπληρωματικών παροχών, τα αντίστοιχα όρια διαμορφώνονται στα 30 και 500 ευρώ τον μήνα.

Διαφορετικό καθεστώς προβλέπεται για τους δόκιμους αστυνομικούς, πυροσβέστες και λιμενικούς. Για όσο διάστημα φοιτούν στις αντίστοιχες σχολές, η ελάχιστη μηνιαία εισφορά ορίζεται στα 12 ευρώ. Μετά την ονοματοδοσία τους, το ποσό προσαρμόζεται στα γενικά όρια που ισχύουν για τα υπόλοιπα μέλη του Ταμείου.

Το μέλος έχει τη δυνατότητα να επιλέξει πόσα χρήματα θα καταβάλλει κάθε μήνα, αρκεί να κινείται μέσα στα προβλεπόμενα κατώτατα και ανώτατα όρια. Μπορεί επίσης να αλλάζει το ύψος της εισφοράς του μία φορά ανά ημερολογιακό έτος. Η αλλαγή δεν εφαρμόζεται αμέσως, αλλά από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα μετά την έγκριση του σχετικού αιτήματος από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Κατανομή εισφορών και συμπληρωματικός κλάδος
Για παράδειγμα, ένας εν ενεργεία αστυνομικός που συμμετέχει και στους δύο κλάδους μπορεί να επιλέξει εισφορά 50, 100 ή 200 ευρώ τον μήνα για τον συνταξιοδοτικό κλάδο, εφόσον βρίσκεται μεταξύ του ελάχιστου των 27 ευρώ και του ανώτατου των 497 ευρώ. Από κάθε εισφορά, το 96,5% πιστώνεται στον ατομικό λογαριασμό του ασφαλισμένου, ενώ το υπόλοιπο 3,5% κατευθύνεται στα λειτουργικά έξοδα και στον σχηματισμό αποθέματος ιδίων κεφαλαίων του Ταμείου.

Ξεχωριστή εισφορά προβλέπεται για τον Κλάδο Συμπληρωματικών Παροχών. Κάθε εν ενεργεία μέλος καταβάλλει 3 ευρώ τον μήνα, από τα οποία ποσοστό 16,47% χρησιμοποιείται για λειτουργικές δαπάνες του κλάδου και για τον σχηματισμό αποθέματος ιδίων κεφαλαίων. Τα ποσά και τα ποσοστά μπορούν στο μέλλον να αναπροσαρμόζονται με αναλογιστικά αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και ενημέρωση της εποπτικής αρχής.

Σημαντικές είναι οι προβλέψεις και για τις οικογένειες των ασφαλισμένων σε περίπτωση θανάτου. Οι νόμιμοι κληρονόμοι ή τα πρόσωπα που έχει ορίσει ο ασφαλισμένος μπορούν να δικαιούνται εφάπαξ από τον Κλάδο Συμπληρωματικών Παροχών, εφόσον, μεταξύ άλλων, υπάρχει τουλάχιστον διετής χρόνος ασφάλισης και έχουν καταβληθεί οι εισφορές έως και τον προηγούμενο μήνα πριν από τον θάνατο.

Υπάρχει, ωστόσο, κρίσιμη εξαίρεση για περιστατικά κατά την εκτέλεση του καθήκοντος. Εάν ο θάνατος επέλθει εν ώρα υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής, δεν απαιτούνται δύο χρόνια ασφάλισης. Το δικαίωμα στην παροχή θεμελιώνεται από την πρώτη ημέρα ασφάλισης, εφόσον προσκομιστεί το σχετικό πόρισμα ΕΔΕ ή ΠΔΕ.

Προστασία σε περίπτωση αναπηρίας και αποζημίωση νοσηλείας
Ανάλογη προστασία προβλέπεται σε περίπτωση αναπηρίας. Για τη χορήγηση εφάπαξ απαιτείται, μεταξύ άλλων, ποσοστό ανικανότητας για εργασία τουλάχιστον 67% και, κατά κανόνα, τουλάχιστον δύο χρόνια ασφάλισης στον συμπληρωματικό κλάδο. Εάν όμως η αναπηρία προκύψει εν ώρα υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής, καταργείται η απαίτηση της διετίας και το δικαίωμα μπορεί να υπάρχει από την πρώτη ημέρα ασφάλισης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη σε περίπτωση νοσηλείας. Ασφαλισμένος που νοσηλεύεται εξαιτίας ατυχήματος ή ασθένειας για περισσότερες από τέσσερις ημέρες μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του καταστατικού, να λάβει αποζημίωση. Κανονικά απαιτείται τουλάχιστον ένα έτος ασφάλισης στον Κλάδο Συμπληρωματικών Παροχών. Και εδώ, όμως, όταν η νοσηλεία συνδέεται με ατύχημα ή ασθένεια εν ώρα υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής, δεν απαιτείται ελάχιστος χρόνος ασφάλισης.

Η αποζημίωση ξεκινά από την πέμπτη ημέρα νοσηλείας και καταβάλλεται έως και την 125η ημέρα, με το ποσό να καθορίζεται στα 20 ευρώ για κάθε ημέρα. Έτσι, για παράδειγμα, σε νοσηλεία δέκα ημερών, η αποζημίωση υπολογίζεται από την πέμπτη ημέρα και μετά, σύμφωνα με τους ειδικότερους κανόνες του καταστατικού. Προϋπόθεση είναι επίσης ο ασφαλισμένος να είναι ενήμερος στις εισφορές του έως τον προηγούμενο μήνα και να μην έχει λάβει αποζημίωση νοσηλείας για την ίδια αιτία κατά την προηγούμενη διετία.



dnews.gr