Κάθε χρόνο, μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής, χιλιάδες οικογένειες σε ολόκληρη τη χώρα ξεκινούν μια δεύτερη και, πολλές φορές, εξίσου δύσκολη «εξέταση»: να υπολογίσουν πόσο θα κοστίσει πραγματικά η φοίτηση του παιδιού τους σε μια πόλη μακριά από την οικογενειακή κατοικία.
Η συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως – και δικαιολογημένα – στο ύψος των ενοικίων. Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, η φοιτητική στέγη έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες αμέσως μετά την ανακοίνωση των βάσεων.
Όμως το ενοίκιο αποτελεί μόνο την αρχή του λογαριασμού.
Διότι ένα φοιτητικό σπίτι δεν χρειάζεται μόνο ένα μίσθωμα. Χρειάζεται ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα, σύνδεση στο διαδίκτυο, θέρμανση και βασικό εξοπλισμό. Παράλληλα, ο φοιτητής χρειάζεται τρόφιμα, μετακινήσεις, εκπαιδευτικό υλικό, προσωπικά είδη και χρήματα για τις καθημερινές του ανάγκες.
Και πριν ακόμη ξεκινήσει η ακαδημαϊκή χρονιά, υπάρχει ένα σημαντικό αρχικό κόστος εγκατάστασης: εγγύηση, πρώτο μίσθωμα, ενδεχόμενη μεσιτική αμοιβή, μετακόμιση, έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και όλα όσα απαιτούνται για τη δημιουργία ενός δεύτερου νοικοκυριού.
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα το 2026 δεν είναι πλέον μόνο: «Πόσο κοστίζει ένα φοιτητικό σπίτι;»
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι: «Πόσο κοστίζει σε μια οικογένεια να σπουδάσει ένα παιδί μακριά από το σπίτι του;»
Το ενοίκιο παραμένει η μεγαλύτερη επιβάρυνση
Η φοιτητική στέγη αποτελεί τα τελευταία χρόνια ένα από τα δυσκολότερα κομμάτια του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Ιδιαίτερα στις μεγάλες φοιτητικές πόλεις, η αναζήτηση ενός μικρού, αξιοπρεπούς και οικονομικά προσιτού διαμερίσματος έχει μετατραπεί σε πραγματική πρόκληση.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών, η συσσωρευμένη αύξηση των ζητούμενων μισθωμάτων των τελευταίων ετών και η υψηλή ζήτηση σε συγκεκριμένες περιοχές δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο πολλές οικογένειες αναγκάζονται είτε να αυξήσουν σημαντικά τον αρχικό προϋπολογισμό τους είτε να στραφούν σε ακίνητα μικρότερης επιφάνειας, παλαιότερα ή αρκετά μακρύτερα από τη σχολή.
Αν υποθέσουμε ένα μηνιαίο μίσθωμα της τάξεως των 450-550 ευρώ, μόνο το ετήσιο κόστος ενοικίασης διαμορφώνεται μεταξύ 5.400 και 6.600 ευρώ.
Και αυτό το ποσό αφορά αποκλειστικά το δικαίωμα χρήσης της κατοικίας.
Δεν περιλαμβάνει κανέναν από τους υπόλοιπους λογαριασμούς που συνοδεύουν την καθημερινή διαβίωση.
Από τα 500 ευρώ του ενοικίου στα 800-900 ευρώ τον μήνα
Ένα απλό παράδειγμα αρκεί για να αποτυπώσει το πραγματικό μέγεθος της επιβάρυνσης.
Ας υποθέσουμε ότι ένας φοιτητής νοικιάζει ένα μικρό διαμέρισμα με 500 ευρώ τον μήνα.
Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθούν, ενδεικτικά:
- 50-80 ευρώ για ηλεκτρικό ρεύμα, νερό και θέρμανση, ανάλογα με την εποχή, την ενεργειακή κατάσταση του ακινήτου και την κατανάλωση.
- 20-30 ευρώ για internet και τηλεπικοινωνίες.
- 20-40 ευρώ για κοινόχρηστα.
- 180-250 ευρώ για τρόφιμα και βασικά είδη καθημερινής διαβίωσης, ακόμη και με σχετικά περιορισμένη κατανάλωση.
- 15-30 ευρώ για μετακινήσεις, ανάλογα με την πόλη, την απόσταση από τη σχολή και τις ανάγκες του φοιτητή.
- Ένα επιπλέον ποσό για προσωπικά είδη, εκπαιδευτικές ανάγκες, φαρμακείο, ένδυση και τις μικρές καθημερινές δαπάνες που αναπόφευκτα προκύπτουν.
Έτσι, τα 500 ευρώ του ενοικίου μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε συνολική μηνιαία επιβάρυνση της τάξεως των 800-950 ευρώ, ανάλογα με την πόλη, την κατοικία και τις ανάγκες του φοιτητή
Σε ετήσια βάση, ο συνολικός λογαριασμός μπορεί να κινηθεί από περίπου 9.600 ευρώ και να ξεπεράσει τις 11.000 ευρώ.
Και μάλιστα πρόκειται για έναν σχετικά συγκρατημένο προϋπολογισμό, χωρίς να υπολογίζουμε έκτακτες δαπάνες, ταξίδια προς και από την οικογενειακή κατοικία, κοινωνικές δραστηριότητες ή ένα υψηλότερο επίπεδο προσωπικής κατανάλωσης.
Η πρώτη εγκατάσταση μπορεί να κοστίσει όσο δύο ή τρεις μηνιαίοι μισθοί
Υπάρχει, όμως, και ένας λογαριασμός που πολλές φορές δεν υπολογίζεται επαρκώς όταν μια οικογένεια σχεδιάζει τον προϋπολογισμό της: το κόστος της πρώτης εγκατάστασης.
Ας παραμείνουμε στο παράδειγμα ενός ακινήτου με μίσθωμα 500 ευρώ.
Μέσα σε λίγες ημέρες, η οικογένεια μπορεί να χρειαστεί να καταβάλει το πρώτο μίσθωμα και την εγγύηση. Εφόσον μεσολαβεί επαγγελματίας της αγοράς, μπορεί να προστεθεί και η σχετική μεσιτική αμοιβή.
Από εκεί και πέρα, εάν το ακίνητο δεν είναι πλήρως επιπλωμένο και εξοπλισμένο, ξεκινά ένας δεύτερος λογαριασμός.
Κρεβάτι και στρώμα, γραφείο και καρέκλα, ψυγείο, πλυντήριο, μικρές ηλεκτρικές συσκευές, κουζινικά, λευκά είδη, φωτιστικά, είδη καθαρισμού και δεκάδες μικρότερα αντικείμενα που μπορεί μεμονωμένα να φαίνονται χαμηλού κόστους, αλλά αθροιστικά δημιουργούν μια σημαντική δαπάνη.
Σε αυτά πρέπει να προστεθούν ενδεχομένως τα έξοδα μετακόμισης ή μεταφοράς εξοπλισμού από την οικογενειακή κατοικία.
Έτσι, πριν ακόμη ο φοιτητής παρακολουθήσει το πρώτο μάθημα, μια οικογένεια μπορεί να έχει χρειαστεί 2.000-3.000 ευρώ ή και περισσότερα για την εγκατάστασή του.
Αυτό σημαίνει ότι το πρώτο έτος σπουδών είναι συνήθως και το ακριβότερο.
Στην πραγματικότητα δημιουργείται ένα δεύτερο νοικοκυριό
Όταν ένα παιδί φεύγει από το σπίτι για να σπουδάσει σε άλλη πόλη, η οικογένεια δεν αναλαμβάνει απλώς «ένα ακόμη έξοδο».
Δημιουργεί ουσιαστικά ένα δεύτερο νοικοκυριό.
Και αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή του προβλήματος.
Δύο σπίτια σημαίνουν δύο λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, δύο συνδέσεις internet, δύο ψυγεία που πρέπει να γεμίσουν, δύο διαφορετικές καθημερινότητες και ένα δεύτερο σύνολο σταθερών και μεταβλητών εξόδων.
Το κόστος αυτό δεν αντικαθιστά απαραίτητα τις δαπάνες της οικογενειακής κατοικίας. Προστίθεται σε αυτές.
Γι’ αυτό και η πραγματική επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα μεγάλη για τα μεσαία εισοδήματα.
Μια οικογένεια μπορεί στα χαρτιά να μην εντάσσεται στις οικονομικά ασθενέστερες κατηγορίες, αλλά στην πράξη να καλείται να διαθέσει ένα πολύ μεγάλο μέρος του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματός της για τέσσερα, πέντε ή ακόμη περισσότερα χρόνια, προκειμένου να στηρίξει τις σπουδές ενός παιδιού.
Τι σημαίνουν 10.000 ευρώ για μια οικογένεια με εισόδημα 30.000 ευρώ;
Οι αριθμοί αποκτούν διαφορετική διάσταση όταν τους συγκρίνουμε με το οικογενειακό εισόδημα.
Αν η συνολική ετήσια δαπάνη ενός φοιτητή που σπουδάζει εκτός οικογενειακής κατοικίας διαμορφώνεται περίπου στις 10.000 ευρώ, τότε:
- Σε ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 000 ευρώ, η δαπάνη αντιστοιχεί αριθμητικά περίπου στο 33%.
- Σε εισόδημα 000 ευρώ, αντιστοιχεί στο 40%.
- Σε εισόδημα 000 ευρώ, φτάνει στο 50%.
Οι αναλογίες αυτές είναι ενδεικτικές, καθώς το δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα δεν ταυτίζεται με το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα που απομένει στην οικογένεια μετά τη φορολογία και την κάλυψη των ανελαστικών υποχρεώσεών της.
Στην πραγματική καθημερινότητα, επομένως, η πίεση μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Μια οικογένεια εξακολουθεί να έχει στεγαστικές υποχρεώσεις για τη δική της κατοικία, λογαριασμούς, τρόφιμα, μετακινήσεις, πιθανές δόσεις δανείων και όλες τις υπόλοιπες δαπάνες της.
Τα 10.000 ευρώ δεν αφαιρούνται από ένα εισόδημα που είναι ολόκληρο διαθέσιμο προς κατανάλωση. Αφαιρούνται από το ποσό που απομένει αφού καλυφθούν όλες οι υπόλοιπες ανάγκες.
Και αν σπουδάζουν δύο παιδιά ταυτόχρονα;
Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις δυσκολότερες περιπτώσεις για μια οικογένεια μεσαίου εισοδήματος. Τι συμβαίνει όταν δύο παιδιά σπουδάζουν ταυτόχρονα σε διαφορετική πόλη από την οικογενειακή κατοικία;
Με έναν ενδεικτικό ετήσιο προϋπολογισμό 10.000 ευρώ ανά φοιτητή, η συνολική δαπάνη μπορεί να προσεγγίσει τις 20.000 ευρώ ετησίως. Πρόκειται για ποσό που μπορεί να ανατρέψει πλήρως τον οικογενειακό προγραμματισμό.
Και τότε οι επιλογές γίνονται ακόμη δυσκολότερες: αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, οικονομική βοήθεια από παππούδες και γιαγιάδες, δεύτερη εργασία, περιορισμός άλλων οικογενειακών δαπανών ή ακόμη και εργασία του ίδιου του φοιτητή παράλληλα με τις σπουδές.
Η συζήτηση, συνεπώς, δεν αφορά πλέον μόνο το εάν μια οικογένεια «μπορεί να πληρώσει ένα ενοίκιο». Αφορά τη συνολική οικονομική της αντοχή σε βάθος πολλών ετών.
Το στεγαστικό επίδομα είναι σημαντικό – Αλλά δεν καλύπτει τον πραγματικό λογαριασμό
Το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό εργαλείο οικονομικής ενίσχυσης για τις οικογένειες που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις.
Η ενίσχυση μπορεί να περιορίσει ένα μέρος της ετήσιας επιβάρυνσης και είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Πρέπει, όμως, να τη συγκρίνουμε κάθε φορά με το πραγματικό συνολικό κόστος.
Ακόμη και μια ενίσχυση της τάξεως των 1.500, 2.000 ή 2.500 ευρώ, ανάλογα με την περίπτωση και τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, όταν το πραγματικό ετήσιο κόστος μπορεί να προσεγγίζει ή να ξεπερνά τις 10.000 ευρώ, καλύπτει μόνο ένα μέρος της συνολικής επιβάρυνσης.
Και, βεβαίως, δεν είναι όλες οι οικογένειες δικαιούχοι.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά η επιδοματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Χρειάζεται παράλληλα να αντιμετωπιστεί η βασική αιτία: η έλλειψη επαρκούς αποθέματος πραγματικά προσιτής φοιτητικής κατοικίας.
Η φοιτητική στέγη είναι πλέον ζήτημα ίσης πρόσβασης στην εκπαίδευση
Η φοιτητική στέγη δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη πτυχή της στεγαστικής κρίσης. Είναι πλέον ζήτημα ίσης πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Όταν η φοίτηση ενός παιδιού μακριά από το σπίτι μπορεί να απαιτεί 800 ή 900 ευρώ κάθε μήνα, είναι προφανές ότι δεν ξεκινούν όλες οι οικογένειες από την ίδια οικονομική αφετηρία.
Και τότε δημιουργείται ένας πραγματικός κίνδυνος: η οικονομική δυνατότητα της οικογένειας να αρχίσει να καθορίζει τις εκπαιδευτικές επιλογές του παιδιού.
Ένας νέος μπορεί να πετύχει την εισαγωγή του στη σχολή που επιθυμεί, αλλά η επόμενη συζήτηση μέσα στο οικογενειακό σπίτι να μην αφορά το πρόγραμμα σπουδών ή τη νέα του ζωή. Να αφορά το εάν υπάρχουν τα χρήματα για να μπορέσει να πάει να σπουδάσει εκεί.
Ένας υποψήφιος δεν θα πρέπει να επιλέγει σχολή με κριτήριο μόνο το πού μπορεί οικονομικά να τον συντηρήσει η οικογένειά του. Γιατί τότε δημιουργείται ένας νέος, σιωπηλός οικονομικός φραγμός στην εκπαίδευση.
Τέσσερα χρόνια σπουδών μπορούν να σημαίνουν πάνω από 40.000 ευρώ
Υπάρχει ακόμη μία διάσταση που αξίζει να εξετάσουμε. Τα 10.000 ευρώ δεν είναι ένα εφάπαξ κόστος. Επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο.
Σε ένα τετραετές πρόγραμμα σπουδών, η συνολική οικογενειακή επιβάρυνση μπορεί να ξεπεράσει τις 40.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζουμε πιθανές μελλοντικές αυξήσεις στα ενοίκια και στο κόστος ζωής.
Σε ένα πενταετές πρόγραμμα, το ποσό μπορεί να κινηθεί ακόμη υψηλότερα. Για μια οικογένεια με δύο παιδιά, η συνολική οικονομική προσπάθεια σε βάθος χρόνου μπορεί να αντιστοιχεί στην αξία ενός μικρού ακινήτου.
Αυτό δείχνει ότι η φοιτητική στέγη δεν είναι ένα εποχικό θέμα που εμφανίζεται κάθε Αύγουστο και Σεπτέμβριο και στη συνέχεια ξεχνιέται.
Είναι μια πολυετής οικονομική υποχρέωση για την ελληνική οικογένεια.
Οι φοιτητικές εστίες είναι αναγκαίες – Αλλά οι οικογένειες χρειάζονται λύσεις σήμερα
Η δημιουργία νέων φοιτητικών εστιών αποτελεί αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις που χρειάζεται η χώρα. Ο σχεδιασμός είναι θετικός και η αύξηση των διαθέσιμων κλινών απολύτως αναγκαία.
Υπάρχει, όμως, και η διάσταση του χρόνου.
Οι νέες φοιτητικές εστίες δεν αποτελούν μια εξαγγελία των τελευταίων μηνών. Ήδη από το 2022 είχαν ανακοινωθεί 8.150 νέες θέσεις σε φοιτητικές εστίες μέσω ΣΔΙΤ, με τον τότε σχεδιασμό να προβλέπει την παράδοσή τους έως το 2027.
Σήμερα ο σχεδιασμός έχει διευρυνθεί και προβλέπει νέες και αναβαθμισμένες υποδομές τα επόμενα χρόνια, με στόχο να αυξηθεί ουσιαστικά η δυνατότητα στέγασης φοιτητών.
Και αυτό είναι θετικό.
Όμως η οικογένεια που αναζητά φοιτητική κατοικία σήμερα δεν μπορεί να περιμένει μέχρι το 2029 ή το 2030.
Κάθε ακαδημαϊκό έτος που περνά μέχρι να ολοκληρωθούν οι νέες υποδομές σημαίνει ότι χιλιάδες οικογένειες εξακολουθούν να στρέφονται υποχρεωτικά στην ιδιωτική αγορά και να επωμίζονται το αυξημένο κόστος των μισθωμάτων.
Επομένως, οι νέες φοιτητικές εστίες είναι απολύτως απαραίτητες και ο σχεδιασμός πρέπει να προχωρήσει όσο το δυνατόν ταχύτερα.
Δεν μπορούν, όμως, να αποτελούν τη μοναδική απάντηση σε ένα πρόβλημα που οι οικογένειες καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα.
Μέχρι να δημιουργηθεί επαρκές απόθεμα φοιτητικής κατοικίας, απαιτούνται παράλληλες και άμεσες παρεμβάσεις που θα μειώνουν το πραγματικό κόστος στέγασης για την οικογένεια.
Το ίδιο ισχύει και για τη συγκατοίκηση. Μπορεί να αποτελεί μια συνειδητή και απολύτως θεμιτή επιλογή ενός νέου ανθρώπου, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Άλλο, όμως, η επιλογή και άλλο η οικονομική αναγκαιότητα.
Η συγκατοίκηση μπορεί να είναι επιλογή του φοιτητή. Δεν μπορεί να αποτελεί υποκατάστατο της στεγαστικής πολιτικής ούτε την απάντηση της Πολιτείας στο γεγονός ότι μια οικογένεια αδυνατεί πλέον να αντεπεξέλθει στο κόστος ενός φοιτητικού σπιτιού.
Ο πραγματικός στόχος πρέπει να είναι να δημιουργήσουμε περισσότερες επιλογές για τον φοιτητή και την οικογένειά του: περισσότερες εστίες, περισσότερες προσιτές κατοικίες, στοχευμένη οικονομική και φορολογική στήριξη και, τελικά, ένα περιβάλλον στο οποίο η συγκατοίκηση θα αποτελεί ελεύθερη επιλογή και όχι οικονομικό μονόδρομο.
Χρειαζόμαστε μέτρα στεγαστικής πολιτικής που να μειώνουν το κόστος και όχι να το επιδοτούν
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί έναν διαφορετικό σχεδιασμό.
Χρειαζόμαστε περισσότερες δημόσιες και πανεπιστημιακές φοιτητικές εστίες, αξιοποίηση αδρανών δημόσιων ακινήτων, κίνητρα για τη δημιουργία νέων προσιτών φοιτητικών κατοικιών και ουσιαστικές πολιτικές αύξησης της προσφοράς.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένες ενισχύσεις που να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο το ονομαστικό εισόδημα της οικογένειας, αλλά και το πραγματικό βάρος που δημιουργεί η φοίτηση ενός ή περισσότερων παιδιών εκτός οικογενειακής κατοικίας.
Γιατί η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην προσπάθεια να βοηθήσουμε την οικογένεια να πληρώσει ένα ολοένα ακριβότερο ενοίκιο.
Ο πραγματικός στόχος πρέπει να είναι να συγκρατήσουμε και να μειώσουμε το ίδιο το κόστος στέγασης.
Να αναγνωριστεί φορολογικά το κόστος της φοιτητικής στέγης
Μέρος του καταβαλλόμενου φοιτητικού ενοικίου, έως ένα συγκεκριμένο ανώτατο ετήσιο ποσό, θα πρέπει να εξεταστεί να εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα των γονέων.
Στη συζήτηση για τη φοιτητική στέγη πρέπει να ανοίξει και ένα ακόμη ζήτημα: η φορολογική αναγνώριση μέρους της πραγματικής δαπάνης που επωμίζεται μια οικογένεια όταν το παιδί της σπουδάζει μακριά από την κύρια κατοικία.
Σήμερα, μια οικογένεια μπορεί να καταβάλλει 450, 500 ή ακόμη και 600 ευρώ κάθε μήνα για τη μίσθωση της φοιτητικής κατοικίας. Πρόκειται για μια δαπάνη που μπορεί να ξεπερνά τις 5.000 ή 6.000 ευρώ ετησίως και η οποία δεν αποτελεί επιλογή πολυτελούς κατανάλωσης, αλλά σε πολλές περιπτώσεις βασική προϋπόθεση για να μπορέσει το παιδί να φοιτήσει στη σχολή στην οποία εισήχθη.
Θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα μέρους του καταβαλλόμενου φοιτητικού ενοικίου, έως ένα συγκεκριμένο ανώτατο ετήσιο ποσό, να εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα των γονέων, όταν ο φοιτητής σπουδάζει εκτός του τόπου της κύριας οικογενειακής κατοικίας και πληρούνται συγκεκριμένα εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια.
Η πρόταση αυτή μπορεί πλέον να εφαρμοστεί με σαφείς κανόνες και ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου. Από τη στιγμή που οι πληρωμές των μισθωμάτων πραγματοποιούνται διατραπεζικά και η μίσθωση δηλώνεται ηλεκτρονικά, η Πολιτεία μπορεί να γνωρίζει ποιο είναι το πραγματικό μίσθωμα, ποιος το καταβάλλει και για ποιο ακίνητο.
Δεν μιλάμε, επομένως, για μια δαπάνη που είναι δύσκολο να αποδειχθεί ή να ελεγχθεί.
Αντίθετα, πρόκειται για μια πλήρως ιχνηλάσιμη οικονομική συναλλαγή, πάνω στην οποία μπορεί να σχεδιαστεί ένα στοχευμένο φορολογικό κίνητρο με ανώτατο πλαφόν, ώστε να περιορίζεται το δημοσιονομικό κόστος και να αποφεύγονται φαινόμενα κατάχρησης.
Υπάρχει όμως και μια ουσιαστικότερη διάσταση.
Δεν είναι εύλογο δύο οικογένειες με το ίδιο φορολογητέο εισόδημα να αντιμετωπίζονται ως έχουσες την ίδια πραγματική οικονομική δυνατότητα, όταν η μία καλείται αποδεδειγμένα να διαθέτει χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο για τη στέγαση ενός παιδιού που σπουδάζει μακριά από την κύρια κατοικία.
Μια οικογένεια με εισόδημα 30.000 ευρώ που καταβάλλει 6.000 ευρώ ετησίως μόνο για το φοιτητικό ενοίκιο δεν έχει στην πράξη την ίδια οικονομική δυνατότητα με μια οικογένεια αντίστοιχου εισοδήματος που δεν επιβαρύνεται με αυτή τη δαπάνη.
Και η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν υπάρχουν δύο παιδιά που σπουδάζουν ταυτόχρονα εκτός της κύριας κατοικίας.
Γι’ αυτό η φορολογική πολιτική θα πρέπει να αρχίσει να λαμβάνει περισσότερο υπόψη όχι μόνο το ονομαστικό οικογενειακό εισόδημα, αλλά και τις πραγματικές, ανελαστικές δαπάνες που συνδέονται με την εκπαίδευση και τη στέγαση των παιδιών.
Μια τέτοια παρέμβαση δεν θα έλυνε από μόνη της το πρόβλημα της φοιτητικής στέγης. Θα αποτελούσε, όμως, μια ουσιαστική φορολογική αναγνώριση της επιβάρυνσης που σηκώνει σήμερα η ελληνική οικογένεια.
Γιατί όταν η Πολιτεία ζητά – ορθώς – όλες οι συναλλαγές να είναι δηλωμένες, ηλεκτρονικές και διαφανείς, μπορεί αντίστοιχα να αξιοποιήσει αυτή τη διαφάνεια ώστε να στηρίξει εκείνους που αποδεδειγμένα καταβάλλουν χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο για να μπορέσουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν.
Το πτυχίο δεν πρέπει να εξαρτάται από τον ταχυδρομικό κώδικα της οικογένειας
Η ελληνική οικογένεια παραδοσιακά επενδύει σημαντικό μέρος των οικονομικών της δυνατοτήτων στην εκπαίδευση των παιδιών της.
Γονείς περιορίζουν τις δικές τους ανάγκες, χρησιμοποιούν αποταμιεύσεις, αναζητούν πρόσθετο εισόδημα και αναπροσαρμόζουν ολόκληρο τον οικογενειακό προϋπολογισμό ώστε το παιδί τους να μπορέσει να σπουδάσει.
Υπάρχει, όμως, ένα όριο στο πόσο μπορεί το κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης να μεταφέρεται στην οικογένεια.
Η δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να σπουδάσει δεν μπορεί να εξαρτάται από το εάν οι γονείς του μπορούν να διαθέτουν 800 ή 900 ευρώ κάθε μήνα επί τέσσερα ή πέντε χρόνια.
Ούτε η επιλογή της σχολής του μπορεί να καθορίζεται από το αν υπάρχει ένα οικονομικά προσιτό διαμέρισμα στην πόλη όπου πέρασε.
Το πτυχίο δεν πρέπει να εξαρτάται από τον ταχυδρομικό κώδικα της οικογένειας ούτε από το πορτοφόλι των γονιών.
Γιατί τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για στεγαστική κρίση.
Μιλάμε για έναν νέο οικονομικό φραγμό στην εκπαίδευση.
Η πραγματική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι να μην επιτρέψουμε στο κόστος της κατοικίας να γίνει κριτήριο για το ποιος νέος μπορεί να σπουδάσει, σε ποια πόλη μπορεί να σπουδάσει και, τελικά, ποιες ευκαιρίες μπορεί να διεκδικήσει στη ζωή του.
Γράφει ο Θεμιστοκλής Μπάκας, Πρόεδρος Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates
enikos.gr
