Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Το «στεγαστικό χάσμα»: Γιατί οι γυναίκες δυσκολεύονται περισσότερο να αγοράσουν σπίτι


Η στεγαστική κρίση δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο. Για τις γυναίκες, και ιδιαίτερα για όσες ζουν μόνες, η διαδρομή προς την αγορά κατοικίας είναι συνήθως μεγαλύτερη και πιο δύσκολη καθώς κερδίζουν λιγότερα, αποταμιεύουν με βραδύτερο ρυθμό και μπορούν να δανειστούν μικρότερα ποσά.

Κάπως έτσι διαμορφώνεται ένα νέο «στεγαστικό χάσμα» μεταξύ των φύλων, το οποίο έρχεται να προστεθεί στις ήδη έντονες πιέσεις από την άνοδο των τιμών των ακινήτων, τα υψηλά επιτόκια και το αυξημένο κόστος ζωής.

Η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση έχει γίνει δυσκολότερη συνολικά για τους νεότερους Ευρωπαίους. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το European Youth Portal, περισσότερο από το 10% των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για τη στέγαση.

Για τις γυναίκες, ωστόσο, η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, καθώς το στεγαστικό κόστος συναντά ένα μισθολογικό χάσμα που παραμένει σταθερά παρόν στην Ευρώπη.

Από το μισθολογικό στο στεγαστικό χάσμα
Το 2024, η διαφορά στις μέσες ωριαίες αποδοχές ανδρών και γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφωνόταν στο 11,1%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έκθεση του Trades Union Congress εκτιμά το αντίστοιχο ποσοστό στο 12,8%.

Η διαφορά αυτή δεν περιορίζεται στον μηνιαίο μισθό. Οι γυναίκες εμφανίζουν συνήθως χαμηλότερο συνολικό εισόδημα στη διάρκεια της ζωής τους, ενώ εργάζονται συχνότερα με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Η φροντίδα των παιδιών, οι οικιακές υποχρεώσεις και η υποστήριξη ηλικιωμένων συγγενών εξακολουθούν να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις ίδιες, επηρεάζοντας την επαγγελματική και μισθολογική τους εξέλιξη.

Παράλληλα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι γυναίκες είναι λιγότερο πιθανό να ζητήσουν αύξηση αποδοχών. Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος χαμηλότερων εισοδημάτων και μικρότερης αποταμίευσης, ο οποίος γίνεται ιδιαίτερα ορατός όταν έρχεται η ώρα της αγοράς κατοικίας.

Πάνω από 12 ετήσιοι μισθοί για ένα σπίτι
Τα στοιχεία της βρετανικής Women’s Budget Group αποτυπώνουν το μέγεθος της διαφοράς. Μια γυναίκα χρειάζεται περισσότερο από 12 φορές τον ετήσιο μισθό της για να αγοράσει κατοικία στην Αγγλία, ενώ για έναν άνδρα η αντίστοιχη αναλογία είναι λίγο μεγαλύτερη από οκτώ ετήσιους μισθούς.

Στο Λονδίνο και σε άλλες ακριβές αγορές η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα.

Η συγκέντρωση της προκαταβολής αποτελεί το πρώτο και συχνά ανυπέρβλητο εμπόδιο. Σε έρευνα της εξειδικευμένης τράπεζας Aldermore, το 33% των γυναικών χαρακτήρισε την αποταμίευση για την προκαταβολή ως τη μεγαλύτερη δυσκολία για την απόκτηση κατοικίας, έναντι 20% των ανδρών.

Την ίδια στιγμή, το υψηλό ενοίκιο εξανεμίζει σημαντικό μέρος των χρημάτων που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην αγορά σπιτιού. Το 76% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος ενοικίασης, έναντι 67% των ανδρών.

Και η προκαταβολή είναι μόνο η αρχή. Ο υποψήφιος αγοραστής πρέπει να καλύψει φόρους, συμβολαιογραφικά και τραπεζικά έξοδα, καθώς και πιθανές δαπάνες επισκευής ή ανακαίνισης. Για ένα νοικοκυριό με ένα μόνο και χαμηλότερο εισόδημα, τα ποσά αυτά μπορεί να μετατρέψουν την ιδιοκατοίκηση σε άπιαστο στόχο.

Μικρότερο εισόδημα, μικρότερο στεγαστικό
Το εισοδηματικό χάσμα επηρεάζει άμεσα και το ύψος του στεγαστικού δανείου. Καθώς οι τράπεζες καθορίζουν το ανώτατο ποσό χρηματοδότησης με βάση τις αποδοχές και τη σταθερότητα της εργασίας, οι χαμηλότεροι μισθοί οδηγούν αναπόφευκτα σε μικρότερη δανειοδοτική δυνατότητα.

Παράλληλα, η μερική απασχόληση και το ελεύθερο επάγγελμα μπορεί να αξιολογηθούν από τις τράπεζες ως λιγότερο προβλέψιμες πηγές εισοδήματος. Τα κριτήρια αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τις γυναίκες, τις επηρεάζουν όμως περισσότερο, καθώς εκπροσωπούνται σε μεγαλύτερο βαθμό σε αυτές τις μορφές εργασίας.

Η απουσία δεύτερου εισοδήματος δυσκολεύει περαιτέρω την κατάσταση. Οι γυναίκες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας είναι πιθανότερο να ζουν μόνες, με αποτέλεσμα να στερούνται τόσο την πρόσθετη αποταμιευτική δυνατότητα όσο και την υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα ενός νοικοκυριού με δύο μισθούς.

Ένα διαζύγιο μπορεί επίσης να προκαλέσει μεγαλύτερη υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος των γυναικών. Ακόμη και μετά τη μοιρασιά της κοινής κατοικίας, το κεφάλαιο που απομένει ενδέχεται να μην επαρκεί για την αγορά νέου ακινήτου από έναν μόνο αγοραστή, οδηγώντας πολλές γυναίκες πίσω στην αγορά ενοικίων.

Το έλλειμμα χρηματοοικονομικών γνώσεων
Στα οικονομικά εμπόδια προστίθεται και το χάσμα χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ, υψηλό επίπεδο χρηματοοικονομικών γνώσεων διαθέτει μόλις το 15% των γυναικών, έναντι 27% των ανδρών.

Η διαφορά αυτή μπορεί να επηρεάσει την αυτοπεποίθηση με την οποία κάποιος διαπραγματεύεται ένα στεγαστικό δάνειο, συγκρίνει προσφορές ή αξιολογεί το συνολικό κόστος μιας αγοράς. Σε μια αγορά ήδη σύνθετη και ανταγωνιστική, ακόμη και η έλλειψη εξοικείωσης με τους όρους χρηματοδότησης μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Το στεγαστικό χάσμα, επομένως, δεν προκύπτει από έναν μόνο παράγοντα. Είναι το σωρευτικό αποτέλεσμα χαμηλότερων αποδοχών, διακοπών στην επαγγελματική ζωή, αυξημένων ευθυνών φροντίδας και περιορισμένης πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Και όσο οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς, η απόσταση από την ιδιοκατοίκηση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.



MoneyReview.gr με πληροφορίες Euronews