Σε τροχιά συνεχών ανατιμήσεων βρίσκεται η φέτα, το εθνικό μας προϊόν, καθώς η εγχώρια γαλακτοβιομηχανία βιώνει μία από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων ετών. Η δραματική συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου -απόρροια των ζωονόσων, όπως η ευλογιά, αλλά και χρόνιων παθογενειών- έχει προκαλέσει σημαντικό έλλειμμα στην παραγωγή πρόβειου γάλακτος.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση από τις αγορές του εξωτερικού καλπάζει, πιέζοντας οριακά τα ήδη μειωμένα αποθέματα. Το εκρηκτικό αυτό κοκτέιλ οδηγεί σε νέες αυξήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ, επηρεάζοντας άμεσα τους Έλληνες καταναλωτές αλλά και τη συνολική εικόνα των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών.
Νέες ανατιμήσεις και πίεση στα αποθέματα
Η φέτα βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες ανατιμήσεις, καθώς η περιορισμένη προσφορά πρώτης ύλης αδυνατεί να καλύψει την αυξημένη ζήτηση. Ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας (ΕΔΟΦ), Μιχάλης Σαράντης, από το βήμα του συνεδρίου του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ), έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, εκτιμώντας ότι η τιμή του κιλού μπορεί να σκαρφαλώσει στα 15 με 16 ευρώ, από 12 με 13 ευρώ που κυμαίνεται σήμερα.
«Οι ανατιμήσεις έχουν γίνει και θα γίνουν και άλλες», υπογράμμισε ο ίδιος, συμπληρώνοντας πως «το ενεργειακό είναι αμελητέο μπροστά στην αύξηση της πρώτης ύλης».
Η πίεση που δέχονται οι τυροκομικές μονάδες είναι πρωτοφανής, με τα αποθέματα των γαλακτοβιομηχανιών να καταγράφονται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, οι διεθνείς πωλήσεις φέτας καταγράφουν άνοδο 7% φέτος, με τον κ. Σαράντη να επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «οι πελάτες του εξωτερικού ζητούν τυρί χωρίς να ρωτούν την τιμή».
Η απώλεια του ζωικού κεφαλαίου και ο δρόμος της αναπλήρωσης
Η ρίζα της σημερινής κρίσης εντοπίζεται σε ένα πρόβλημα που συσσωρεύεται εδώ και τουλάχιστον μία 15ετία. Σύμφωνα με τον κ. Σαράντη, οι παλαιότερες καταγραφές που εμφάνιζαν το ζωικό κεφάλαιο έως και στα 17 εκατομμύρια αιγοπρόβατα ήταν πλασματικές. Σήμερα, ο αριθμός των προβάτων υπολογίζεται σε λιγότερα από 8 εκατομμύρια, εξαιτίας και των εκτεταμένων θανατώσεων που προκάλεσε η ευλογιά.
Υπολογίζεται ότι έχουν χαθεί περίπου 600.000 ζώα, η αναπλήρωση των οποίων κρίνεται αναγκαία για την επαναφορά της παραγωγικής βάσης. Ωστόσο, η πλήρης αποκατάσταση δεν θα είναι άμεση. «Θα χρειαστούν περίπου δύο χρόνια για να επιστρέψει η παραγωγή στα επίπεδα πριν από την ευλογιά», εκτίμησε ο πρόεδρος της ΕΔΟΦ.
Για την ανανέωση των κοπαδιών, οι κτηνοτρόφοι συγκρατούν ήδη μεγαλύτερο αριθμό αρνιών, ενώ εξετάζεται και η εισαγωγή ζώων από το εξωτερικό. Στην τελευταία περίπτωση απαιτείται αυστηρή προσοχή, καθώς η παραγωγή φέτας ΠΟΠ διέπεται από αυστηρούς κανόνες σχετικά με την προέλευση του γάλακτος και τις επιτρεπόμενες φυλές. Στο μεταξύ, οι αυξημένες τιμές αναγκάζουν μερίδα των εγχώριων καταναλωτών να στραφεί προς το λευκό τυρί.
Η εικόνα στους υπόλοιπους εξαγωγικούς κλάδους
Στο πλαίσιο του ίδιου συνεδρίου, αποτυπώθηκε η κατάσταση και σε άλλους βασικούς εξαγωγικούς τομείς της χώρας. Στον αντίποδα της φέτας, το ελληνικό γιαούρτι επιδεικνύει εξαιρετική δυναμική, καθώς ο πρόεδρος του ΣΕΒΓΑΠ, Χρήστος Αποστολόπουλος, ανέφερε ότι οι εξαγωγές σημείωσαν άλμα 110% την τελευταία τριετία και 38% μόνο το 2025. Μάλιστα, ο Σύνδεσμος έχει επιστρατεύσει Γάλλο νομικό σύμβουλο με στόχο την κατοχύρωση και προστασία του ελληνικού γιαουρτιού στη διεθνή αγορά.
Παράλληλα, σημαντικά εμπόδια αντιμετωπίζει ο κλάδος του ελαιολάδου. Ο αντιπρόεδρος του ΣΕΒΙΤΕΛ, Νικόλαος Ζαβάκος, έθεσε ως προτεραιότητα τη διατήρηση των μεριδίων στη Βόρεια Ευρώπη, όπου παρατηρείται κάμψη λόγω του ανταγωνισμού από την Τυνησία. Επιπλέον, το μεταφορικό κόστος έχει εκτοξευθεί, καθώς τα ναύλα για αποστολές στο Μπαχρέιν από λιγότερα από 1.000 ευρώ προ πολέμου, φτάνουν πλέον τα 6.000 έως 7.000 ευρώ.
Τέλος, στην επιτραπέζια ελιά, ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, Κώστας Ζούκας, εστίασε στην «παντελή απουσία του κράτους» ως το κυριότερο πρόβλημα των εξαγωγών, στηλιτεύοντας ταυτόχρονα τη στασιμότητα της πρωτογενούς παραγωγής, η οποία παραμένει αμετάβλητη εδώ και τέσσερις με πέντε δεκαετίες.
ethnos.gr
