Το ποσό των 1.820,20 ευρώ τον μήνα δαπάνησε για αγορές το μέσο νοικοκυριό στην Ελλάδα το 2025. Πρόκειται για ποσό 5,5% υψηλότερο σε σχέση με το 2024, αλλά κατά 12% χαμηλότερο σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, το 2008.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές, κατά το έτος 2025, ανήλθε σε 21.842,40 ευρώ (1.820,20 ευρώ τον μήνα), καταγράφοντας ετήσια αύξηση 5,5% σε σχέση με το 2024 (1.724,54 ευρώ). Σε σταθερές τιμές, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 2,9% ή κατά 611,93 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού, με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή έτους 2025 που ήταν 2,59%.
Η μέση ετήσια δαπάνη ανά άτομο, το 2025, ανήλθε σε 9.225,12 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 5,5% (484,92 ευρώ ετησίως) σε σύγκριση με το 2024 (8.740,20 ευρώ).
Παρατηρείται μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών κατά 4,7% σε σχέση με το έτος 2010, ενώ η αντίστοιχη μείωση σε σχέση με το έτος 2008 είναι της τάξεως του 12%. Σε σύγκριση με το 2020, έτος κατά το οποίο καταγράφηκε η χαμηλότερη δαπάνη, καταγράφεται αύξηση 39%.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 50% των νοικοκυριών δαπανούν ποσό υψηλότερο από 1.414,60 ευρώ τον μήνα.
Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία δαπανούν, κατά μέσο όρο, το 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους για στέγαση, εκ του οποίου το 17,3% αφορά την καταβολή ενοικίου.
Το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά και στέγαση των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 54,4% της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 34,5%.
Η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη καταγράφηκε στην Περιφέρεια Αττικής και ανήλθε σε 24.981,36 ευρώ, ενώ η χαμηλότερη καταγράφηκε στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος και ανήλθε σε 16.475,52 ευρώ.
Tο μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά:
- στα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,4%),
- στη στέγαση (14,7%) και
- στις μεταφορές (13,6%),
ενώ το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (2,0%) καταγράφεται στην ασφάλεια και τις οικονομικές υπηρεσίες.
Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση των δαπανών των νοικοκυριών, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (2024), καταγράφεται στις ακόλουθες ομάδες:
- διαρκή αγαθά (8,9%),
- στέγαση (8,3%) και
- εκπαίδευση (8,2%),
ενώ μείωση κατά 2,4% καταγράφεται στις δαπάνες για τις ασφάλειες και τις οικονομικές υπηρεσίες.
Όσον αφορά στις δαπάνες για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα παρατηρείται αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης (σε τρέχουσες τιμές), στα παρακάτω είδη:
- καφές, τσάι και κακάο (11,9%),
- κρέας (9,9%),
- ψάρια (8,0%),
- ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σιρόπια, σοκολάτα (6,5%),
- φρούτα (5,4%),
- γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά (4,9%),
- μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμοί φρούτων και λαχανικών (2,0%),
- αλεύρι, ψωμί, δημητριακά (2,0%) και
- λαχανικά (0,6%).
ενώ μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης (σε τρέχουσες τιμές), παρατηρείται στα παρακάτω είδη:
- έλαια και λίπη (-11,2%) και
- λοιπά είδη διατροφής (-1,8%).
Κατανάλωση ανάλογα με τον τύπο του νοικοκυριού
Τα μονομελή νοικοκυριά, που το μέλος είναι ηλικίας 65 ετών και άνω, δαπανούν, κατά μέσο όρο, ποσό που αντιστοιχεί στο 45,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της Χώρας ενώ τα νοικοκυριά που αποτελούνται από ένα ζευγάρι με δύο παιδιά ηλικίας έως και 16 ετών δαπανούν, κατά μέσο όρο, το 149,8% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της Χώρας.
Τα νοικοκυριά στα οποία ο υπεύθυνος είναι οικονομικά μη ενεργός ή άνεργος δαπανούν, κατά μέσο όρο, ποσό που αντιστοιχεί στο 68,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της Χώρας, ενώ αυτά που ο υπεύθυνος είναι αυτοαπασχολούμενος με μισθωτούς δαπανούν το 217,9% του αντίστοιχου ποσού.
Η μέση μηνιαία δαπάνη διαφέρει ανάλογα με την ηλικία του υπευθύνου του νοικοκυριού, με την υψηλότερη μέση δαπάνη να καταγράφεται στα νοικοκυριά με υπεύθυνο ηλικίας 35-44 ετών. Πιο συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά αυτά δαπανούν, κατά μέσο όρο, ποσό που αντιστοιχεί στο 133,3% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της Χώρας (133,6% το 2024). Τα νοικοκυριά με τη μικρότερη ποσοστιαία συμμετοχή (55,6%) για το 2025 ήταν αυτά με υπεύθυνο ηλικίας 75 ετών και άνω (58,5% το 2024).
Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.386,11 ευρώ τον μήνα, ενώ αυτά που διαμένουν σε αστικές περιοχές δαπανούν 1.892,86 ευρώ τον μήνα. Επομένως, τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν ποσό, κατά μέσο όρο, 26,8% λιγότερο από τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αστικές περιοχές.
Τα νοικοκυριά που διαμένουν στην Περιφέρεια Αττικής δαπανούν, κατά μέσο όρο, ποσό που αντιστοιχεί στο 114,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της Χώρας, ενώ αυτά που διαμένουν στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος δαπανούν το 75,4% του αντίστοιχου ποσού.
Το έτος 2025, σε σύγκριση με το 2024, τα νοικοκυριά που διαμένουν στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος αύξησαν τις δαπάνες τους, κατά μέσο όρο 15,9%, ενώ αυτά που διαμένουν στην Περιφέρεια Κρήτης κατά 1,8%.
Στις παρακάτω κατηγορίες της ομάδας ειδών διατροφής και οινοπνευματωδών ποτών παρατηρούνται μειώσεις στη μέση μηνιαία κατανάλωση (σε ποσότητες), ως εξής:
- Ψάρια, -2,6%,
- ψωμί, είδη αρτοποιίας, -2,4%
- τσιγάρα, -1,8%
- λαχανικά, -1,6%
- φρούτα, -1,2%
- γάλα, -1,2%
Η μέση μηνιαία ποσότητα αυξήθηκε στις παρακάτω κατηγορίες της ομάδας ειδών διατροφής και οινοπνευματωδών:
- αυγά, 11,8%,
- ελαιόλαδο, 8,4%,
- οινοπνευματώδη ποτά, 6,5%
- ρύζι, 5,8%
- ζυμαρικά, 2,7%,
- γιαούρτι, 1,5%,
- τυρί, 1,1%
- κρέας, 0,8%
Η μέση μηνιαία ποσότητα ενέργειας που καταναλώνεται στην κύρια κατοικία παρουσίασε αύξηση σε:
- φυσικό αέριο, 17,2%
- υγραέριο, 15,2%
- υγρά καύσιμα, 14,6%
- ηλεκτρική ενέργεια, 3,3%
και μείωση σε:
- στερεά καύσιμα (καυσόξυλα, πελλέτες, πυρήνας κ.λπ.) -16,5%.
Συνθήκες διαβίωσης
Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι τα νοικοκυριά διαθέτουν:
- Τηλεόραση έγχρωμη: 100,0%
- Κινητό τηλέφωνο: 96,4%
- Σταθερό τηλέφωνο: 85,2%
- Προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή με πρόσβαση στο διαδίκτυο: 80,9%
- Επιβατηγό αυτοκίνητο ΙΧ, τουλάχιστον ένα: 69,5%
- Πλυντήριο πιάτων: 42,5%
- Καταψύκτη: 34,8%
- Δεύτερη κατοικία: 16,8%
- Κλειστό χώρο στάθμευσης: 13,7%
και χρησιμοποιούν την κεντρική θέρμανση (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.) ως κύρια πηγή θέρμανσης σε ποσοστό 56,6%.
Κατά 4% αυξήθηκε το ποσοστό των νοικοκυριών που διαθέτουν δεύτερη κατοικία, ενώ μείωση κατά 2,4% καταγράφηκε στο ποσοστό των νοικοκυριών που διαθέτουν σταθερό τηλέφωνο.
Τo 43,7% των νοικοκυριών χρησιμοποιούν τρία δωμάτια, ενώ το 57,5% διαμένει σε κατοικία με εμβαδόν από 61 έως 100 τετραγωνικά μέτρα (τ.μ.).
Κατανάλωση ανάλογα με το επίπεδο δαπανών των νοικοκυριών
Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,78 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (5,68 για το 2024). Ο δείκτης μειώνεται στο 4,52 όταν συμπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη οι τεκμαρτές δαπάνες (τελική καταναλωτική δαπάνη) (4,38 για το 2024).
Τα νοικοκυριά του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αύξησαν τις δαπάνες τους σε σχέση με το 2024 κατά 4,5%, ενώ τα νοικοκυριά του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού κατά 6,4%.
Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 31,9% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 13,2%.
Η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται στο 32,1% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 31,9% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, ενώ τα μη φτωχά το 19,5%.
moneyreview.gr
.jpg)