Ένα νέο τοπίο θα διαμορφωθεί στις συντάξεις μετά την επικείμενη κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις κύριες συντάξεις.
Βάσει διάταξης που έχει ήδη ψηφίσει η κυβέρνηση, από 1ης Ιανουαρίου 2027 καταργείται στο 100% η προσωπική διαφορά στις «παλιές» κύριες συντάξεις, δηλαδή στις κύριες συντάξεις τις οποίες είχαν αιτηθεί ασφαλισμένοι πριν από τη 12η Μαΐου 2016 (σ.σ. έναρξη ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου).
Είχε προηγηθεί, από 1ης Ιανουαρίου 2026, η μείωση της προσωπικής διαφοράς στο 50%. Με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς από την 1η Ιανουαρίου 2027, μπαίνει τέλος σε αυτό το ειδικό καθεστώς που προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2017, σύμφωνα με το οποίο αφενός οι προ της 12/5/2016 συνταξιούχοι δεν έβλεπαν καμία μείωση της σύνταξης τους, όπως συνέβη με όσους αιτήθηκαν σύνταξη μετά τη 12η/5/2026, πλην όμως η διαφορά μεταξύ της καταβαλλόμενης κατά τη 12η/5/2026 και της (λογιστικά) επαναϋπολογισθείσας -βάσει νόμου Κατρούγκαλου- σύνταξής τους θα διατηρούνταν, αλλά υπό έναν όρο: Ότι θα συμψηφιζόταν σταδιακά μέχρι του μηδενισμού της με τις εκάστοτε αυξήσεις που θα δίδονταν μελλοντικά στις κύριες συντάξεις.
Δηλαδή, οι παλιοί συνταξιούχοι δεν έπαιρναν καμία αύξηση (σαν και εκείνες που θα δίδονταν στους νέους συνταξιούχους, δηλαδή όσους βγήκαν από τις 12/5/2026, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2023 βάσει ΑΕΠ και πληθωρισμού) μέχρι το ύψος αυτών των αυξήσεων να κάλυπτε πλήρως το ύψος της προσωπικής διαφοράς.
Έτσι, όσοι είχαν προσωπική διαφορά δεν είδαν καμία αύξηση στις κύριες συντάξεις μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2025, ενώ από την 1η Ιανουαρίου 2026 έλαβαν το ½ της αύξησης που δόθηκε στους μη έχοντες προσωπική διαφορά, δηλαδή αφενός σε όσους παλιούς συνταξιούχους (δηλαδή όσοι βγήκαν στη σύνταξη προ της 12/5/26), των οποίων είχε συμψηφισθεί νωρίτερα η προσωπική διαφορά, αφετέρου στους νέους συνταξιούχους, δηλαδή όσους συνταξιοδοτήθηκαν μετά τις 12/5/2026.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 παύει να υπάρχει οποιαδήποτε εξαίρεση μεταξύ των συνταξιούχων σε σχέση με το δικαίωμά τους να λαμβάνουν κάθε χρόνο αύξηση στις κύριες συντάξεις τους, βάσει του πληθωρισμού και της αύξησης του ΑΕΠ του εκάστοτε προηγούμενου χρόνου.
Ποιες διακρίσεις παραμένουν
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως «εξισώνονται» οι παλιοί με τους νέους συνταξιούχους. Οι παλιοί συνταξιούχοι θα εξακολουθούν να έχουν υψηλότερες συντάξεις σε σχέση με τους νέους (αναλόγως φυσικά με τα έτη της ασφάλισης τους, τον τομέα στον οποίο απασχολήθηκαν κ.λπ.).
Συνεπώς, η βασική διάκριση μεταξύ των συνταξιούχων της χώρας θα παραμείνει. Η δεύτερη διάκριση, η οποία θα παραμείνει, αφορά τους νέους συνταξιούχους. Και αυτή τους διακρίνει μεταξύ όσων έχουν από 15 έως 29,9 έτη ασφάλισης και εκείνων που έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Όσοι νέοι συνταξιούχοι έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης είδαν τις συντάξεις να αυξάνονται χάρη στον ασφαλιστικό νόμο που πέρασε η κυβέρνηση επί υπουργίας Εργασίας, Γιάννη Βρούτση, τον Φεβρουάριο του 2020, κατ΄εφαρμογή προηγούμενης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Αντίθετα, οι κύριες συντάξεις όσων έχουν από 15 έως 29,9 έτη ασφάλισης παρέμειναν μειωμένες στο επίπεδο που τις έφερε ο νόμος Κατρούγκαλου από τις 12/5/2016 και έπειτα.
Το μόνιμο επίδομα των 300 ευρώ
Ωστόσο, δεδομένου ότι οι εν λόγω συντάξεις ήταν κατά βάση χαμηλές -καθώς αντιστοιχούν σε λιγότερα έτη ασφάλισης-, έτυχαν πολλαπλών έκτακτων ενισχύσεων κατά την περίοδο 2019-2024,
Μάλιστα, από τον Νοέμβριο του 2025 έχει τεθεί σε ισχύ ένα νέο μόνιμο επίδομα ύψους 250 ευρώ με βάση εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Με πρόσφατη ρύθμιση που πέρασε η κυβέρνηση, μάλιστα, το μόνιμο αυτό επίδομα ανήλθε στα 300 ευρώ (σ.σ θα καταβληθεί τον Νοέμβριο του 2026) για όσους συνταξιούχους έχουν ατομικό εισόδημα έως 25.000 ευρώ και οικογενειακό έως 35.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει πως όποιος συνταξιούχος εισπράττει από συντάξεις και άλλες πηγές έως 2.033 ευρώ θα δικαιούται μόνιμα επίδομα 300 ευρώ, ενώ σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι ανεβάζουν το ύψος του εν λόγω επιδόματος ακόμα και στο ύψος της εθνικής σύνταξης των 448 ευρώ (είτε από φέτος είτε από το 2027). Εφόσον επαληθευθεί το σενάριο αυτό, το εν λόγω επίδομα αυτό θα αυξάνεται κάθε χρόνο με βάση τον πληθωρισμό και το ΑΕΠ, παράλληλα με τις ετήσιες αυξήσεις σε όλες τις κύριες συντάξεις, παλιές και νέες.
Παραμένουν οι εισφορές υγείας και αλληλεγγύης
Ωστόσο, η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, αν και αποτελεί εμβληματικό μέτρο, δεν συνιστά τον τερματισμό της μνημονιακής ασφαλιστικής νομοθεσίας.
Αυτή, πέραν των κομμένων Δώρων (δηλαδή της 13ης και 14ης σύνταξης), προβλέπει και δύο ακόμα βασικές εισφορές:
- Τις κλιμακωτές εισφορές αλληλεγγύης από 3% έως 14% (επί όλου του ποσού) στις κύριες συντάξεις (παλιές και νέες) άνω των 1.468 ευρώ (με το κατώτατο όριο να αυξάνεται κάθε χρόνο κατά το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των κύριων συντάξεων) και στις επικουρικές συντάξεις 3%-10% (επί όλου του ποσού) άνω των 300 ευρώ.
- Τις εισφορές υπέρ της υγειονομικής περίθαλψης σε όλες ανεξαιρέτως τις κύριες και επικουρικές συντάξεις, παλιές και νέες, ανεξαρτήτως ύψους. Οι εισφορές αυτές ανέρχονται στο 6%.
Συνεπώς, οι κύριες συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ επιβαρύνονται με εισφορές (υγείας, αλληλεγγύης), οι οποίες ξεκινούν από 9% και φτάνουν ακόμα και το 20%.
Οι επικουρικές συντάξεις (αν και μερίδα αυτών αυξήθηκε επίσης με τον νόμο Βρούτση του 2020) άνω των 300 ευρώ επιβαρύνονται με εισφορές που ξεκινούν από 9% και φτάνουν έως και 16%.
Powergame.gr