Ανάμεσα στην ακρίβεια, στη φορολογία και σε έναν καταναλωτή που μετρά πλέον και το τελευταίο ευρώ κινούνται οι ελληνικές επιχειρήσεις, με τις μικρές και πολύ μικρές να βρίσκονται ξανά στο χείλος του γκρεμού. Το φιλοεπενδυτικό κλίμα και οι επενδύσεις που ευαγγελίζεται η Ν.Δ. απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα που επικρατεί στην ελληνική αγορά.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης με το περιβόητο σχέδιο «Πισσαρίδη», το άτυπο μνημόνιο που συνόδευσε το Ταμείο Ανάκαμψης, να μεταφέρει στο σήμερα τον «θάνατο του εμποράκου», φαίνεται πως πιάνει τόπο. Στόχος, φυσικά, είναι να δώσει άπλετο χώρο στις πολυεθνικές και τις μεγάλες επιχειρήσεις, προκαλώντας ασφυκτική πίεση στις εκατοντάδες χιλιάδες οικογενειακές και μικρές επιχειρήσεις της χώρας, που αποτελούν το 99,9% του ελληνικού επιχειρείν.
Πρόσφατα στοιχεία του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας ( ΙΝΕ ΓΣΕΒΕΕ) αποτυπώνουν μια αγορά που μπορεί να εμφανίζει αντοχές στα μακροοικονομικά μεγέθη, αλλά στην καθημερινότητα λειτουργεί με ολοένα και μικρότερα περιθώρια. Το κόστος ανεβαίνει, η ρευστότητα στερεύει και η ζήτηση υποχωρεί, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό τρίγωνο για χιλιάδες επιχειρήσεις, που βρίσκονται στο φάσμα του «λουκέτου».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει το λειτουργικό κόστος. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παλεύουν καθημερινά με τα τεράστια έξοδα, την ώρα που οι τζίροι τους κινούνται όλο και χαμηλότερα.
Σε σχέση με το 2025, το 73,3% των επιχειρήσεων πληρώνει ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια, με τη μέση αύξηση να φτάνει το 26,03%. Το 73,2% επιβαρύνεται περισσότερο για καύσιμα, με μεσοσταθμική αύξηση 27,75%, ενώ το 77,5% βλέπει αυξημένο το κόστος πρώτων υλών και προμηθειών κατά 24,75%.
Την ίδια ώρα, τα επαγγελματικά ενοίκια έχουν εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα επίπεδα, ακόμα και σε γειτονιές με μικρή εμπορική δραστηριότητα, παρά το γεγονός πως σε πλειάδα δρόμων κεντρικών πόλεων υπάρχει κλειστά καταστήματα.
Πρόκειται για αυξήσεις που δύσκολα μπορούν να απορροφηθούν, ιδιαίτερα από επιχειρήσεις με μικρό τζίρο και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Ολα αυτά την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων απορρίφθηκαν από τα φθηνά δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ οι τράπεζες αρνούνται για τους χορηγήσουν νέα κεφάλαια, καθώς δεν πληρούν, όπως υποστηρίζουν, τα απαιτούμενα κριτήρια.
Η ακρίβεια
Οταν το κόστος ανεβαίνει με τέτοιους ρυθμούς, η αγορά έχει ουσιαστικά δύο επιλογές: είτε να περιορίσει ακόμη περισσότερο το περιθώριο κέρδους είτε να μεταφέρει μέρος της επιβάρυνσης στον καταναλωτή. Τα στοιχεία δείχνουν ότι όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αναγκάζονται να επιλέξουν το δεύτερο, με αποτέλεσμα να αυξάνονται συνεχώς οι τιμές και οι καταναλωτές να προχωρούν σε περικοπές ακόμα και σε βασικές τους ανάγκες.
Το 40,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε αυξήσεις τιμών, ενώ μόλις το 7,2% τις μείωσε. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα της ακρίβειας κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η επιχείρηση πληρώνει περισσότερο για να λειτουργήσει, αυξάνει τις τιμές για να αντέξει και ο καταναλωτής, που ήδη πιέζεται από το αυξημένο κόστος ζωής, περιορίζει ακόμη περισσότερο τις αγορές του. Ο εφιάλτης αυτός μεταφράζεται σε λιγότερους φόρους, επαγγελματίες που βυθίζονται στα χρέη συμπαρασύροντας ολόκληρη την οικογένειά τους στην οικονομική καταστροφή.
Ρευστότητα
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι η ρευστότητα. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις, το 48%, δηλώνουν ότι η ρευστότητά τους μειώθηκε, έναντι μόλις 16,4% που είδαν βελτίωση. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον συγκυριακό. Από το 2023 και μετά η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων εμφανίζεται σταθερά ως ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Μπορεί η εικόνα των ταμειακών διαθεσίμων να παρουσιάζει μικρή βελτίωση, ωστόσο παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.
Ενα πολύ μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων εξακολουθεί να διαθέτει αποθέματα που επαρκούν το πολύ για έναν μήνα λειτουργίας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι μια απότομη πτώση του τζίρου, μια καθυστέρηση πληρωμών ή μια έκτακτη επιβάρυνση αρκεί για να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα ή ακόμα και να τους οδηγήσει στο να κατεβάσουν «ρολά».
Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη στην εστίαση και στο εμπόριο. Πρόκειται για δύο κλάδους που εξαρτώνται άμεσα από το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και οι οποίοι πληρώνουν ταυτόχρονα υψηλό ενεργειακό κόστος, ακριβότερες πρώτες ύλες και αυξημένα λειτουργικά έξοδα.
Ολα αυτά την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη και υψηλά πλεονάσματα, με την πραγματική οικονομία να παραμένει «παγωμένη» για μήνες και τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου να κωφεύουν μπροστά στις εκκλήσεις των επαγγελματιών και των εμπόρων για τον κίνδυνο μαζικών «λουκέτων».
Τέσσερις στις δέκα χωρίς καθόλου κέρδη
Η κατάσταση αποτυπώνεται και στο τελικό αποτέλεσμα. Μόλις το 58,7% των επιχειρήσεων ολοκλήρωσε το 2025 με κέρδη.
Το 18,5% κατέγραψε ζημιές, ενώ ακόμη 16,9% εμφάνισε μηδενικό αποτέλεσμα.
Με απλά λόγια, περισσότερες από τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις δεν κατάφεραν να βγάλουν κέρδος.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική αντίφαση της οικονομίας: από τη μία καταγράφονται υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, αυξημένα φορολογικά έσοδα και μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και από την άλλη ένα μεγάλο κομμάτι της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας δυσκολεύεται ακόμη και να δημιουργήσει στοιχειώδες ταμειακό «μαξιλάρι».
